Κυριακή, Ιουλίου 31, 2016

Ταξιδεύοντας στο παρελθόν



Ίσως και να  ‘θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει
Το Ταλίν. Στο βάθος η Βαλτική

Οι στίχοι του Σεφέρη στριφογυρίζουν στη σκέψη μου σχεδόν όλες τις μέρες που τριγυρίζουμε σ’ αυτή τη βορινή, απόμακρη γωνιά του πλανήτη, στις τρεις Βαλτικές Δημοκρατίες, την Εσθονία, τη Λετονία, τη Λιθουανία. Απολαμβάνοντας τη δροσιά μες το κατακαλόκαιρο, θαυμάζοντας τα απέραντα δάση, το πράσινο, τα νερά, τα ποτάμια, τις λίμνες, προπάντων βλέποντας αυτό τον ήσυχο κόσμο για τον οποίο οι πολεμικές απειλές φαίνονται τόσο απόμακρες πια, συλλογίζομαι μήπως θα προτιμούσα να ζω σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά παρά στη δική μας, ταραγμένη Μεσόγειο. 
 
Δάση, δάση παντού


 
...και ποτάμια
Δεν ξέρω. Δεν είναι εύκολο ν’ αποφασίσεις όταν έχεις γεννηθεί και μεγαλώσει αλλού. Κι ας είναι ό,τι γνώρισε η γενιά μου μόνο συγκρούσεις, αγώνες, ηρωικοί θάνατοι. Όμως σαν ένα διάλειμμα έστω, σαν μια ανάπαυλα από τα δύσκολα δικά μας ασφαλώς το εκτιμώ και το απολαμβάνω.
Ένα ταξίδι στις Βαλτικές χώρες μοιάζει πραγματικά σαν ένα ταξίδι στο παρελθόν. Παρά τη σύγχρονη ζωή και όψη τους, εκείνο που μένει στον επισκέπτη είναι κυρίως το μεσαιωνικό τους παρελθόν. Ίσως γιατί έχουν κρατήσει τις παλιές γειτονιές, τα πετρόκτιστα οικοδομήματα, τους λιθόστρωτους δρόμους και πλατείες που ασφαλώς διευκολύνουν την κυκλοφορία στους χιονισμένους μήνες του χειμώνα, αλλά που τόσο δυσκολεύουν εμάς τους μη εξοικειωμένους στο περπάτημα. 
Το ποτάμι της Ρίγας

Η γενική αντίληψη είναι πως μοιάζουν πολύ αυτές οι τρεις χώρες. Νομίζω πως μοιάζουν αλλά και διαφέρουν. Μοιάζει η φύση και η ιστορία τους, διαφέρει όμως η γλώσσα, τα έθιμα, η ιδιαίτερη φυσιογνωμία της καθεμιάς. Το Ταλίν, πρωτεύουσα της Εσθονίας, πιο μικρό, πιο μεσαιωνικό. Η Ρίγα της Λετονίας μεγαλύτερη, περήφανη για την επίδειξη του πλούτου του 19ου αι., όπως έμπρακτα εμφανίζεται στη συνοικία με τα πανέμορφα σπίτια τεχνοτροπίας αρτ νουβό. Το Βίλνιους στη Λιθουανία, χωρίς να αποβάλλει τον μεσαιωνικό του χαρακτήρα, πιο κοσμοπολίτικο, πιο μοντέρνο, με μεγαλύτερη άνεση στους δρόμους και τις πλατείες του.
Η ιστορία των τριών χωρών εν πολλοίς κοινή. Μήλον της έριδος ανάμεσα σε Τεύτονες, Σουηδούς, Δανούς, Πολωνούς, προσαρτήθηκαν στη Ρωσία τον 18ο αι. Τη σημερινή τους μορφή απέκτησαν μόλις το 1918 με τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πολύ λίγο όμως κράτησε η ανεξαρτησία τους αφού, με την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μετά από μια ολιγόχρονη κατοχή από τους Γερμανούς, κατακυρώνονται στη Σοβιετική Ένωση ως Σοβιετικές Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες. Τέλος, το 1991, με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, έγιναν τα κράτη που γνωρίζουμε. Σήμερα και οι τρεις είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ζώνης του ευρώ.
Ένας ιππότης από το παρελθόν
...κι ένα δείπνο σε μεσαιωνικό εστιατόριο
Από το αεροδρόμιο της Ρίγα οδεύουμε προς το Ταλίν. Πολύ ευχάριστη η δροσιά, σχεδόν ψύχρα μετά τον καύσωνα της Κύπρου, ενώ το ψιλόβροχο που μας υποδέχεται θυμίζει μάλλον φθινόπωρο παρά καλοκαίρι.  Κι όμως οι ντόπιοι συνεχίζουν απτόητοι το πικ-νικ τους! Ίσως να ‘ναι ο καλύτερος καιρός που γνωρίζουν αφού, όπως μας λένε, μόνο εβδομήντα μέρες τον χρόνο βλέπουν τον ήλιο! Κανένα βουνό ή έστω λόφος δεν διακόπτει αυτή τη θάλασσα του πράσινου. Σαν να διασχίζουμε ένα πράσινο τούνελ. Σε λίγο μου φαίνεται θα πρασινίσουν και τα μάτια μου! Σκέφτομαι πως απ’ αυτές τις χώρες με τα πυκνά, σκοτεινά δάση θα πρέπει να ξεκίνησαν τόσοι θρύλοι και παραμύθια. Πώς να μη συναντήσει εδώ τον κακό λύκο η Κοκκινοσκουφίτσα, πώς ο Κοντορεβιθούλης να μη χαθεί στο δάσος και πώς ο Χάνσελ και η Γκρέτελ να μην πέσουν θύματα της κακιάς μάγισσας…

Ντόπια τουριστικά είδη στην όμορφη πλατεία
 
Ακόμα ένα ρομαντικό δρομάκι

Είναι περίεργο πώς, για λαούς που δεν φημίζονται για τη 
θρησκευτικότητά τους (χαρακτηριστικό είναι για παράδειγμα το ότι η Εσθονία δεν έχει επίσημη κρατική θρησκεία, ενώ η Λιθουανία μόλις τον 15ο αι. εκχριστιανίστηκε, διατηρώντας ακόμα παγανιστικά στοιχεία) οι εκκλησίες αποτελούν ένα από τα κυριότερα αξιοθέατά τους.
Από την ωραία συνοικία με σπίτια αρτ νουβό
 Έχουν πράγματι πολύ όμορφες εκκλησιές. Χρειάζεται αρκετή προσπάθεια για να ξαναφέρω στη μνήμη όλους τους ναούς που είδαμε και να μην τους συγχύζω. Κάποιοι σίγουρα ξεχωρίζουν. Στο Ταλίν ο τεράστιος, ρωσικός ορθόδοξος ναός του Αλεξάνδρου Νιέφσκι (έργο του 1900) εντυπωσιάζει με το πολύχρωμο, περίτεχνο εξωτερικό του και τους πέντε κρεμμυδόσχημους τρούλους του, ενώ πλήθη τουριστών συνωθούνται στην είσοδό του. 
Ο ορθόδοξος ρωσικός ναός Αλεξάνδρου Νέφσκι στο Ταλίν
 Πολύ πιο μικρός και πολύ πιο παλιός, του 13ου αι., ο λουθηρανικός ναός της Παναγίας συνδέεται με τον θρύλο του Καζανόβα που θέλησε να ταφεί στην είσοδό του για να τον πατούν όσοι θα έμπαιναν στο ναό και να συγχωρεθούν έτσι οι αμαρτίες του! Από θρύλους άλλο τίποτε σ’ αυτές τις μεσαιωνικές γειτονιές.
Ευχάριστες νότες από μουσικό του δρόμου
Στη Ρίγα ο λουθηρανικός ναός του Αγίου Πέτρου επιτρέπει την ανάβαση στο πανύψηλο καμπαναριό (ευτυχώς υπάρχει ασανσέρ) από όπου η θέα ολόκληρης της πόλης απλώνεται μπροστά στα μάτια (και στις φωτογραφικές!) των επισκεπτών. Στην τεράστια, τη μεγαλύτερη απ’ όλες τις εκκλησίες των Βαλτικών χωρών, τον Καθεδρικό ναό της Ρίγα, παρακολουθούμε ένα εικοσάλεπτο κονσέρτο από το φημισμένο εκκλησιαστικό όργανο του ναού. Μουσική τόσο ξένη στα δικά μας ακούσματα δεν μας προκαλεί καμιά συγκίνηση, είναι όμως αφορμή για λίγη ξεκούραση από τους ποδαρόδρομους  που χρειάζεται να διανύσουμε, μια και τα κέντρα όλων αυτών των  πόλεων είναι πεζοδρομημένα (Πόσο αστείο, αν όχι τραγικό, μου φαίνεται το ότι υπήρξαν τόσες αντιδράσεις και τόσος πόλεμος πριν από χρόνια για την πεζοδρομοποίηση των δυο μικρών μας δρόμων, Λήδρας και Ονασαγόρου, ενώ θα ‘πρεπε όλη η εντός των τειχών Λευκωσία να είναι πεζόδρομος) .
Ο καθεδρικός ναός της Ρίγας με πρόσοψη αρχαίου ελληνικού ναού
Ο  ναός της Αγίας Άννας με τα κόκκινα τούβλα στο Βίλνιους
 
Ο ναός των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου
 Ξεχωριστή στο Βίλνιους η εκκλησία της Αγίας Άννας με τα κόκκινα τούβλα της κατασκευής της. Αλλά ο εντυπωσιακότερος όλων είναι ο ναός των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, κόσμημα του μπαρόκ στυλ.  Εκατοντάδες ανάγλυφες μορφές γεμίζουν το εσωτερικό του. Μεμονωμένες μορφές ή συμπλέγματα, παχουλά αγγελάκια, διακοσμητικά στοιχεία δημιουργούν κορεσμό θεάματος και κούραση απ’ την ορθοστασία, όταν η ευσυνείδητη ξεναγός επιμένει να αναλύει το καθετί.
Το Κάστρο Τουράιντα στη Λετονία
 
Το πανέμορφο Κάστρο Τρακάι στη Λιθουανία
Πιο πολύ όμως σ’ αυτές τις χώρες μου άρεσαν τα κάστρα και τα παλάτια. Αυτά σε φέρνουν πίσω, στα χρόνια των  ιπποτών και των σταυροφόρων, αυτά δημιουργούν την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Πουθενά αλλού δεν είδα τόσο μεσαίωνα όσο σ’ αυτή την περιοχή της Ευρώπης. Μεσαίωνα θυμίζει το Κάστρο Τουράιντα στη Λετονία, μεσαίωνα το γραφικότατο Τρακάι στη Λιθουανία. Κτισμένο στη μέση μιας γραφικής λίμνης είναι πιο ενδιαφέρον να το βλέπεις από μακριά παρά να ξεναγείσαι στο μουσειακό εσωτερικό του.
Το παλάτι-μουσείο Κατριόρκ
 
Οι λουλουδισμένοι κήποι του παλατιού
Παλάτια βέβαια έχουμε δει πολλά σ’ όλες τις χώρες της Ευρώπης. Δεν παύουν όμως να έχουν το δικό τους ενδιαφέρον, μια και σ’ αυτά έχουν αποτυπωθεί ιστορικές στιγμές της κάθε χώρας. Το παλάτι Κατριόργκ στην Εσθονία, έργο του Πέτρου του Α΄ που δυστυχώς πέθανε πριν το απολαύσει, στη μέση ενός υπέροχου, τεράστιου, λουλουδισμένου πάρκου θυμίζει τη ρωσική περίοδο. Το απόλαυσαν όμως πολλοί Ρώσοι ηγεμόνες και σήμερα εμείς οι τουρίστες ως μουσείο Τέχνης. Μουσείο είναι σήμερα και ένα άλλο όμορφο παλάτι, το παλάτι Ρουντάλ στη Λετονία, ένα ωραίο κτίσμα σε ρυθμό μπαρόκ και ροκοκό.
Το παλάτι Ρουντάλ στη Λετονία
Δεν θα μπορούσα να κλείσω αυτή τη σύντομη αναφορά στα αξιοθέατα των τριών χωρών χωρίς να αναφερθώ σ’ ένα μοναδικό στο είδος του αξιοθέατο, στον Λόφο των Σταυρών. Τριάντα περίπου χιλιόμετρα από το Βίλνιους, σ’ ένα μικρό ύψωμα (λόφο κατ’ ευφημισμό) υψώνονται χιλιάδες σταυροί. Ξύλινοι, μαρμάρινοι, μεταλλικοί, από κάθε είδους υλικό και κάθε μεγέθους. Άγνωστη η πρώτη αρχή, μάλλον τον 19ο αι. ως αφιέρωμα σε νεκρούς που δεν βρέθηκαν για να ταφούν, έγινε με τον καιρό και εξακολουθεί να είναι τόπος προσευχής και αφιερωμάτων.
Ο Λόφος των Σταυρών
Ξαναφέρνω στη σκέψη την περιδιάβασή μου σ’ αυτές τις απομακρυσμένες, όμορφες, μικρές χώρες. Οι εικόνες που προβάλλουν είναι πράσινο και νερά. Δάση, πάρκα, ποτάμια, λίμνες. Κόκκινες, επικλινείς στέγες, μυτεροί πύργοι, παλάτια και κάστρα, λιθόστρωτα δρομάκια, τεράστιες πλατείες, πλήθος εκκλησιές, υπόγεια μεσαιωνικά εστιατόρια και λουλούδια, λουλούδια παντού, οι μουσικοί του δρόμου, το φως της μέρας που παρατείνει την παρουσία του και μετά τις δέκα το βράδυ… Ένας κόσμος ήρεμος, αργοκίνητος, κλειστός, απόμακρα ευγενικός, τόσο διαφορετικός από μας τους εκδηλωτικούς, ανυπόμονους, θορυβώδεις μεσογειακούς.

Λουλούδια, λουλούδια παντού
Η τεράστια πλατεία του Δημαρχείου στο Βίλνιους
 Πολλά πράγματα ορίζουμε στη ζωή μας. Πολλά εξαρτώνται από τη δική μας βούληση. Το πότε όμως και το πού θα γεννηθούμε, αυτό κανείς δεν μπορεί να το ορίσει. Ας φροντίσουμε τουλάχιστον να ομορφύνουμε και να κάνουμε όσο μπορούμε καλύτερο αυτό τον τόπο, αυτή τη βραχονησίδα της Μεσογείου όπου μας έλαχε να γεννηθούμε και να ζήσουμε.

Σάββατο, Ιουλίου 16, 2016

Καλό καλοκαίρι !




Θα απουσιάσω για λίγο απ' το blog. Φεύγω αναζητώντας ένα κόσμο πιο γαλήνιο, πιο ειρηνικό απ' τον δικό μας. Υπάρχει άραγε στους ταραγμένους μας καιρούς;

ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

Δευτέρα, Ιουλίου 11, 2016

Πάω γυρεύοντας (Κατά τον Δαίμονα εαυτού)

Στέφανος Παντελίδης
Πάω γυρεύοντας
(Κατά τον Δαίμονα εαυτού)
Vakxikon.gr 2016
 Έγραφα για την προηγούμενη (πρώτη) ποιητική συλλογή του Στέφανου Παντελίδη "Εκτός νόρμας": "Τη διακρίνει η ορμητικότητα, μια βίαιαη λεκτική έκρηξη, μοιάζει με ατμό που ξεπηδάει ορμητικός όταν ξεσκεπάζουμε μια κατσαρόλα, όπου για ώρα έβραζε νερό. Σαν να κουβαλούσε καιρό μέσα του σκέψεις και συναισθήματα και τώρα απότομα τα αφήνει να ξεπηδήσουν".
Τώρα, σ' αυτή τη δεύτερη συλλογή, ο ποιητής φαίνεται να έχει κάπως ηρεμήσει. Εμφανίζεται πιο κατασταλαγμένος, όχι τόσο συναισθηματικός. Ο προβληματισμός που υπήρχε στην πρώτη συλλογή εξακολουθεί να υπάρχει. Για τον άνθρωπο, για τον Θεό, για την ποίηση. "Συνομιλεί" με τα μεγάλα πνεύματα ψάχνοντας, ολοένα γυρεύοντας. Η λογική του συγκρουόμενη με το συναίσθημα επικρατεί, η ειρωνεία του σε κάνει αυθόρμητα να χαμογελάσεις. Κι αν είχαμε κάποια απορία για το τι "πάει γυρεύοντας", φροντίζει να μας προϊδεάσει με τον σύντομο πρόλογό του: "Πράττω κατά τον δαίμονα εαυτού", ουσιαστικά, σημαίνει "πράττω με αυτό που η συνείδησή μου θεωρεί σωστό", αδιαφορώντας κατά πόσο αυτό ικανοποιεί τις κοινωνικές νόρμες. Στο βιβλίο αυτό, κατά τον δαίμονα εαυτού πάω γυρεύοντας θεούς και ανθρώπους".
Η συλλογή χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες: Γυρεύοντας ανθρώπους, Γυρεύοντας θεούς, Γυρεύοντας ποιητές, Γυρεύοντας διάλογο με τους μεγάλους. Ο Παντελίδης διαλογίζεται, αμφισβητεί, είναι ένα ανήσυχο πνεύμα που διερωτάται για τα ανθρώπινα, για τον Θεό, για την ποίηση. Δίνει ενίοτε τις δικές του ορθολογιστικές απαντήσεις, αλλά πιο συχνά απορεί παρασύροντάς μας στα ίδια εναγώνια ερωτήματα. Στο ποίημα "Υπέρ βωμών" γράφει:
Μην μας τύχει και χρειαστεί
να υπερασπιστούμε την πατρίδα,
τα ιδανικά, 
τα όσια και ιερά.

Γιατί εύλογα θα μας ρωτήσει η νέα γενιά:
Ποια πατρίδα;
Ποια ιδανικά;
Ποια όσια και ιερά;

Απογοητεύεται από τη σύγχρονη μοναξιά:

Μετριέται πλέον η μοναξιά.
Βρήκε στις μέρες μας μονάδα μέτρησης:
Όσο πιο πολλούς friends
τόσο πιο πολύ μόνοι.

Με δυο μόνο στίχους ειρωνεύεται τη φθαρτότητά μας:

ΤΟ ΧΩΜΑ ΚΟΙΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ
Πρόσεχε πώς πατάς
-έχει ο καιρός γυρίσματα.

Με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο φιλοσοφεί πάνω στην έννοια "Θεός". Οι αμφιβολίες του συμπυκνώνονται τέλεια στο ποίημα  "Εύρηκα".

Είμαι σίγουρος, φωνάζει ο πιστός,
υπάρχει Θεός!
-και γελούν μαζί του οι νουνεχείς.

Είμαι σίγουρος, φωνάζει ο νουνεχής,
δεν υπάρχει Θεός!
-και γελούν μαζί του οι Θεοί.

Για να καταλήξει "Έχουμε δρόμο ακόμη" για να απαλλαγούμε από όλους τους φόβους, τις δεισιδαιμονίες, τις προκαταλήψεις που κατά καιρούς μας φόρτωσαν οι θρησκείες.
Οι "συνομιλίες" του με τους ποιητές και τους "μεγάλους" αποκαλύπτουν το εύρος των διαβασμάτων του, των επιδράσεων αλλά και των αμφισβητήσεών του. Το ακαριαίο των "Στιγμών" του Μόντη, οι συμβολισμοί του Καβάφη, καταφανείς στην ποίηση του Στέφανου. Η πλατωνική φιλοσοφία, ο Νίτσε, ο Κάλβος, ο Σολωμός, ο Σεφέρης, ο Ηράκλειτος και προπάντων ο "δάσκαλός" του, όπως τον αποκαλεί, ο Δ. Λιαντίνης, γίνονται άλλοτε με το έργο τους κι άλλοτε με τη ζωή τους οι προσφιλείς του συνομιλητές.
Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΪΝΣΤΑΙΝ
Το πρόβλημα με εμάς
δεν είναι πως η βλακεία μας είναι ατέλειωτη σαν το σύμπαν.
είναι που διαβάζουμε αυτό που είπε ο Αϊνστάιν
και θεωρούμε πως αφορά όλους τους άλλους.

ΠΡΟΣ ΠΑΟΥΛΟ ΚΟΕΛΟ
Το μόνο σύμπαν που συνωμοτεί
είναι το δικό σου.
Έγινες πλούσιος
πουλώντας παραμύθια.

Η ποίηση του Στέφανου Παντελίδη, απλή, κατανοητή, απογυμνωμένη από λυρικά ψιμμύθια, μπορεί να γίνει πηγή ευφρόσυνων στιγμών όταν την απολαμβάνουμε ως Τέχνη, αλλά και πρόξενος μελαγχολίας. Της μελαγχολίας που προκαλεί ο προβληματισμός για τα ανθρώπινα, τη ζωή και τον θάνατο, την Τέχνη και τον Θεό. 

Κυριακή, Ιουλίου 03, 2016

Ο Μαιγκρέ φοβάται

Georges Simenon
Ο Μαγκρέ φοβάται
Άγρα, 2015 (1958)
Μετ. Αργυρώ Μακάρωφ
Ένα βιβλίο δεν είναι ελκυστικό και αξιο-ανάγνωστο μόνο εξαιτίας του περιεχομένου του. Συχνά σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η εμφάνισή του. Οι εκδόσεις ΑΓΡΑ δακρίνονται σ' αυτό τον τομέα. Μικρού σχήματος βιβλία, χαρτί ματ, προσεγμένη, χωρίς λάθη εκτύπωση και προπάντων η χρήση του πολυτονικού (ναι, του ωραίου αυτού χαρακτηριστικού της γραφής μας που απεμπολήσαμε) συνθέτουν την ομορφιά του βιβλίου, που ελκύει και ως αντικείμενο.
Ένα τέτοιο βιβλίο, ωραίο και σε εμφάνιση και περιεχόμενο, είναι και το "Ο Μαιγκρέ φοβάται". Πασίγνωστος, βέβαια, ο επιθεωρητής Μαιγκρέ,  κεντρικός ήρωας των αστυνομικών μυθιστορημάτων του Σιμενόν. Που δεν είναι μόνο αστυνομικά. Πολλά άλλα θέματα περιβάλλουν το έγκλημα, τόσο που η αναζήτηση του ενόχου συχνά παύει να είναι το κύριο μέλημα του αναγνώστη. Κάποτε, όπως συμβαίνει και στο παρόν μυθιστόρημα, δεν είμαστε καν σίγουροι ποιος τελικά ήταν ο ένοχος, χωρίς αυτό να μας ενοχλεί.
Ο Μαιγκρέ, γυρίζοντας στο Παρίσι από ένα στυνομικό συνέδριο στο Μπορντώ, αποφασίζει να σταματήσει σε μια μικρή επαρχιακή πόλη, το Φοντεναί, για να συναντήσει τον παλιό του φίλο, τον ανακριτή Ζυλιέν Σαμπό. Εντελώς  απροσδόκητα όμως, παρόλο ότι πρόκειται για ιδιωτική επίσκεψη, θα βρεθεί στην ανάγκη να βοηθήσει τον φίλο του στην εξιχνίαση τριών φόνων. Τα θύματα, ένα μέλος μιας ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας, μια γριά γυναίκα που ζούσε μόνη της κι ένας γερο-μεθύστακας, δεν είχαν καμιά σχέση μεταξύ τους. Ο τρόπος όμως δολοφονίας πανομοιότυπος: "ένα αιχμηρό αντικείμενο, ίσως ένα κομμάτι σωλήνα ή ένα εργαλείο τύπου γαλλικού κλειδιού". Ο κόσμος της μικρής πόλης τρομοκρατείται, βάζουν φρουρές για τη νύχτα, αλλά οι προκαταλήψεις της μικρής κοινωνίας ήδη οδηγούν τις υποψίες όλων στην παλιά, αριστοκρατική οικογένεια της πόλης.
Πιο πολύ κι από τις έρευνες κι από την προσπάθεια εντοπισμού του δολοφόνου, μας παρασύρουν οι χαρακτήρες και η ατμόσφαιρα της μικρής πόλης. Οι δυο φίλοι, ο Μαιγκρέ και ο Σαμπό που θυμούνται τα χρόνια της φιλίας τους, το παλιό σπίτι του Σαμπό όπου φαίνεται να μην έχει αλλάξει τίποτε μέσα στον χρόνο και προπάντων η βροχή που πέφτει αδιάκοπα σ' όλο το βιβλίο (Τι ανακούφιση και δροσιά να το διαβάζεις μέσα στον καύσωνα των 41ο !). Βρέχει όταν ο Μαιγκρέ κατεβαίνει από την παλιά αμαξοστοιχία, με το παλτό του να στάζει νερά επισκέπτεται τον φίλο του, πεζοδρόμια και δρόμοι γεμάτοι λάσπες και νερά, η βροχή ακούγεται να χτυπά το τζάμι ακόμα κι όταν βρίσκονται σε εσωτερικούς χώρους. Μια βρόχή που επιτείνει την καταθλιπτική ατμόσφαιρα που δημιουργεί το έγκλημα.
Αν κάποια αστυνομικά μυθιστορήματα μπορούν να θεωρηθούν όχι ως παραλογοτεχνία αλλά ως καθαρή λογοτεχνία, σ' αυτό συμβάλλουν ασφαλώς και τα μυθιστορήματα του Σιμενόν.

Πέμπτη, Ιουνίου 23, 2016

Ένας πύργος στη Γερμανία-Ζιγκμαρίνγκεν

Pierre Assuline
Ένας Πύργος στη Γερμανία
Ζιγκμαρίνγκεν
Πόλις, 2016
Μετ. Μαρίζα Ντεκάστρο
 Πόλις, 2016
Είναι το τρίτο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που διαβάζω και το βρίσκω εξίσου συναρπαστικό με τα δυο που προηγήθηκαν. Το πρώτο, Ξενοδοχείο Lutetia, το δεύτερο, Οι προσκεκλημένοι . Και τώρα το "Ζιγκμαρίνγκεν".
Δεν θα ήταν υπερβολή, νομίζω, αν χαρακτηρίζαμε τον Assuline "συγγραφέα του κλειστού χώρου". Και τα τρία έργα διαδραματίζονται σ' έναν περίκλειστο χώρο. Το πρώτο σ' ένα ξενοδοχείο, το δεύτερο σ' ένα αριστοκρατικό διαμέρισμα του Παρισιού, το τρίτο σ' έναν πύργο στη Γερμανία. Αυτός ο περιορισμένος χώρος στον οποίο κινούνται οι ήρωές του δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να αναπτύξει τους χαρακτήρες σε βάθος, να καταδυθεί στα μύχια της ψυχοσύνθεσής τους, να διερευνήσει τις μεταξύ τους σχέσεις.
Άλλη μία ομοιότητα συνδέει το "Ξενοδοχείο Lutetia" με τον "Πύργο στη Γερμανία": Το πρόσωπο του αφηγητή. Στο πρώτο αφηγητής είναι ένας φρουρός ασφαλείας του ξενοδοχείου, καθόλου συνηθισμένος, με σπουδές νομικής, που έχει μεγαλώσει στο αριστοκρατικό περιβάλλον ενός μαρκησίου. Στο "Ζιγκμαρίνγκεν" πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο αρχιοικονόμος Γιούλιους Στάιν, που όχι μόνο έχει πάρει μια αγωγή υψηλού επιπέδου, αλλά και σπουδές στη μουσική, για την οποία τρέφει ιδιαίτερη αγάπη. Τέλος, και στα δυο μυθιστορήματα η Ιστορία συναντά τη μυθοπλασία σ' ένα τέλειο συνδυασμό.
Βρισκόμαστε προς το τέλος του Β'  Παγκοσμίου Πολέμου. Τους τελευταίους μήνες του 1944 οι δωσίλογοι Γάλλοι της κυβέρνησης του Βισύ, ο Στρατάρχης Πετέν, ο Πρόεδρος Λαβάλ, οι υπουργοί του κι ένα πλήθος άλλο καταφεύγουν στη Γερμανία. Ανάμεσά τους και ο γιατρός-συγγραφέας Λουί Φερντινάν Σελίν που εμφανίζεται αρκετές φορές στο μυθιστόρημα.  Εγκαθίστανται σε μια μικρή πόλη, το Ζιγκμαρίνγκεν, ενώ για την κυβέρνηση και τους πιο επιφανείς παραχωρείται κατά διαταγή του Χίτλερ ένας πύργος που από τον 11ο αιώνα ανήκε στην αριστοκρατική οικογένεια των Χοεντζόλλερν. Οι ιδιοκτήτες του πύργου εκδιώκονται για να εγκατασταθούν οι Γάλλοι, αλλά ο αρχιοικονόμος Γιούλιους και το υπόλοιπο υπηρετικό προσωπικό παραμένουν για την εξυπηρέτηση των ξένων.
Σιωπηλός, απόμακρος, κλειστός στον εαυτό του ο Γιούλιους συνεχίζει άψογα τα καθήκοντά του, ενώ τίποτα δεν ξεφεύγει από την παρατηρητική ματιά του. Κάτω από την αυστηρή, τυπική παρουσία του κρύβεται ένας συναισθηματισμός και μια ευαισθησία που εκδηλώνεται με την αγάπη του για τη μουσική και τον έρωτά του για την οικονόμο του Πετέν, την Ζαν Βόλφερμαν.
Ο πόλεμος ακόμα μαίνεται, αλλά το τέλος του αρχίζει να διαφαίνεται. Οι κλεισμένοι στα 383 (!) δωμάτια του πύργου στο Ζιγκαρίνγκεν, "ειρηνική νησίδα σ' έναν ταραγμένο ωκεανό", ζουν στο δικό τους κόσμο. Άλλοι αποδέχονται την κατάσταση, άλλοι ονειρεύονται ακόμα την επικράτηση του Χίτλερ και τη θριαμβευτική τους επάνοδο. Αντιζηλίες, αντιπαλότητες, φήμες για την ύπαρξη μυστικών όπλων που θα έδιναν τη νίκη στη Γερμανία, υποψία για κατασκοπία χαρακτηρίζουν τις σχέσεις των εξορίστων. 
Είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος τον οποίο ο συγγραφέας επινοεί για να εξηγήσει τη στάση του Στάιν απέναντι στον πόλεμο και τη Γερμανία. Υπήρξε εξαρχής αντίθετος στο ναζιστικό καθεστώς, όμως δεν παύει να είναι Γερμανός και ξέρει πως μια ήττα της Γερμανίας θα σημάνει ολοκληρωτική καταστροφή για τη χώρα του. Ο Assuline τον παρουσιάζει να μην ταυτίζεται με κανένα καθεστώς. "Όταν έχουμε την τύχη να υπηρετούμε σ' ένα τέτοιο Σπίτι, με όσα παραμένουν ανέγγιχτα από την Ιστορία, δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να εμπιστευθούμε τα καθεστώτα. Γιατί είναι παροδικά ενώ μια αρχοντική οικογένεια εγγράφεται στη μακρά διάρκεια. Ο άνθρωπος είναι πιο δυνατός από τις ιδεολογίες". Η δική του αντίσταση στον ναζισμό υπήρξε η παραίτησή του από τη μουσική του σταδιοδρομία όσο θα διαρκούσε το καθεστώς αυτό.
Μετά από οχτώ μήνες εγκλεισμού στον πύργο ο πόλεμος φτάνει στο τέλος του. Οι έγκλειστοι τον εγκαταλείπουν βιαστικά, οι παλιοί ιδιοκτήτες επανέρχονται. Με μια ανατροπή, έκπληξη και για τον Γιούλιους και για τον αναγνώστη τελειώνει το βιβλίο.
Πολύ βοηθητικές οι επεξηγηματικές σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου. Ενδιαφέρον και το επίμετρο  στο οποίο ο συγγραφέας παραθέτει το τι απέγινε το καθένα από τα ιστορικά πρόσωπα του βιβλίου.

Τετάρτη, Ιουνίου 22, 2016

Δέκα χρόνια blogger

Χθες, 21 Ιουνίου 2016, έκλεισαν ακριβώς δέκα χρόνια από τότε που ξεκίνησα αυτό το blog. Η λέξη μόλις είχε αρχίσει να ακούγεται, δεν ήξερα καλά-καλά τι είναι. Γρήγορα έμαθα. Η επιθυμία να αποκτήσω μια σελίδα όπου να καταγράφω τα βιβλία που διάβασα, τις σκέψεις μου γι' αυτά, αν μου άρεσαν ή όχι, η επιθυμία ακόμα να θυμάμαι καταγράφοντας ό, τι διάβαζα και να ανταλλάσσω απόψεις με άλλους, βρήκε την ικανοποίησή της στη δημιουργία του blog, που το ονόμασα anagnostria. Μέσω της ιστοσελίδας αυτής γνώρισα ανθρώπους, επικοινώνησα με φίλους, ήρθα σε επαφή με άλλους bloggers, ανταλλάξαμε απόψεις, συμφωνήσαμε ή διαφωνήσαμε. Τα σχόλια των αναγνωστών υπήρξαν αφορμή για γόνιμες συζητήσεις γύρω από το βιβλίο.
Ρίχνοντας μια ματιά προς τα πίσω βλέπω ότι στα δέκα χρόνια έχω κάνει 543 αναρτήσεις. Η συτντριπτική πλειοψηφία αφορά βέβαια τις παρουσιάσεις βιβλίων. Υπάρχουν μερικές σελίδες που αφορούν τα ταξίδια μου ή κάποια άλλα προσωπικά γεγονότα που ήθελα να θυμάμαι. Όμως αυτά είναι ελάχιστα, πάνω και πρώτα απ' όλα το βιβλίο.
Σήμερα, δέκα χρόνια μετά, τα blogs φαίνεται να λιγοστεύουν, να μην έχουν την άνθηση που είχαν  κάποτε, λόγω ίσως και της πιο ευρείας διάδοσης των άλλων διαδικτυακών μέσων, του facebook, tuitter κ.λπ., γι' αυτό και τα σχόλια έχουν μειωθεί πολύ. Η δική μου όμως αγάπη για το blog παραμένει αμείωτη και "όσο ζω και αναπνέω" δεν θα πάψω να γράφω σ' αυτό, κατά κανόνα μια ανάρτηση την εβδομάδα, δημοσιεύοντας ταυτόχρονα την ανάρτηση και στο fb.
Σημ. Ένα πολύ προσφιλές μου blog που όλως συμπτωματικά έχει τα γενέθλιά του την ίδια μέρα με μένα, 21/6/2006, είναι το αξιολογότατο blog με το όνομα ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ. Χρόνια πολλά "Πατριάρχη Φώτιε". Υγεία, μακροημέρευση και πολλές-πολλές αναγνώσεις και αναρτήσεις.
Έτσι θα ήθελα να ζω, αν ξαναγεννιόμουν...

Δευτέρα, Ιουνίου 13, 2016

Το χνάρι που δεν έσβησε

Νοέλ Μπάξερ
Το χνάρι που δεν έσβησε
Διόπτρα, 2016
Παρακολουθώ τη συγγραφική πορεία της Νοέλ Μπάξερ από το πρώτο της βιβλίο, "Από δρυ παλιά και από πέτρα", για το οποίο η αρνητική μου ματιά προκάλεσε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με 32 (!) σχόλια. Στη συνέχεια ήρθε το "Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος" που τα θετικά, αυτή τη φορά, σχόλιά μου, θεωρήθηκε ότι ήταν σαν "να έβαλα νερό στο κρασί μου", όπως γράφτηκε σ' ένα σχόλιο. Το τρίτο της βιβλίο, "Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας" το βρήκα ακόμα καλύτερο (αυτή τη φορά ελάχιστα και αμελητέα σχόλια). και τώρα το τέταρτο βιβλίο, "Το χνάρι που δεν έσβησε".
Η γραφή της Μπάξερ ωριμάζει ολοένα και περισσότερο. Παρ' όλο που διατηρεί το σταθερό χαρακτηριστικό της τοποθέτησης του έργου σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, με αναφορές στην περίοδο αυτή, εντούτοις καινούρια στοιχεία εισχωρούν στο στυλ της. Στοιχεία, για παράδειγμα, που προσεγγίζουν τον μαγικό ρεαλισμό και που η ανάπτυξή τους θα μπορούσε να δώσει μια διαφοετική όψη στη νεοελληνική λογοτεχνία.
Ο πρόλογος μας εισάγει ήδη, αν και δεν το ξέρουμε ακόμα, σ' αυτό που θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο σ' όλο το μυθιστόρημα. Ένας νέος άντρας αναζητά στο υπόγειο του σπιτιού το πανωφόρι του νεκρού από χρόνια πατέρα του. Η ρεαλιστική αναζήτηση του πανωφοριού γίνεται το σύμβολο της αναζήτησης της προσωπικότητας, του χαρακτήρα, της φυσιογνωμίας του πατέρα. Η κατάληξη της αναζήτησης θ' αργήσει πολύ και μόνο στο τέλος του μυθιστορήματος θα γίνει η σύνδεση με την αρχή.
Καθώς  τελειώνω το βιβλίο και το ξαναφέρνω στη μνήμη προσπαθώντας να καταγράψω τις εντυπώσεις μου, διερωτώμαι αν υπάρχει πρωταγωνιστικός χαρακτήρας σ' αυτό το πολυπρόσωπο έργο. Νομίζω δεν  υπάρχει. Οι ρόλοι επιμερίζονται εξίσου σε πολλά πρόσωπα. Είναι ο νεαρός Άγης που ψάχνοντας το πανωφόρι του πατέρα του ψάχνει ουσιαστικά τον ίδιο τον πατέρα που δεν γνώρισε. Είναι η παράξενη μορφή της μοναχής Ευθαλίας που τριγυρίζει στα χωριά προσφέροντας παντός είδους βοήθεια και ζώντας με τη συνδρομή των άλλων. Η Υπατία, που η απόρριψη την οποία γνώρισε αμέσως με τη γέννησή της καθόρισε και τη μελλοντική της πορεία. Η Λεώνη, άλλη μια μικρή ορφανή, για την οποία όχι η απόρριψη αλλά η αγάπη που την περιβάλλει προσδιορίζει τον παράξενο χαρακτήρα της. Ο Σύλας. Ο Σπάρτακος. Η Σαβέλα. Η Μαργαρίτα. Όλα τα πρόσωπα του έργου είναι σημαντικά, όλα επηρεάζονται από τις συνθήκες της ζωής κι όλα με τη σειρά τους επηρεάζουν άλλους.
Τα πρόσωπα δεν κινούνται βέβαια σ' ένα κενό χώρου και χρόνου. Ο χώρος δεν καθορίζεται ονομαστικά. Πότε είναι ένα ανώνυμο χωριό, άλλοτε "το στρόγγυλο βουνό" ή "Η πόλη που ακούμπησε τη θάλασσα", πράγμα που επιτρέπει στη φαντασία να τα τοποθετήσει οπουδήποτε στον ελλαδικό χώρο. Ο χρόνος καθορίζεται μέσα από τα ιστορικά γεγονότα, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Εμφύλιο, τη Χούντα, γεγονότα ποτ επηρεάζουν και τις τύχες των ηρώων.
Ο ρεαλισμός σμίγει αρμονικά με τη φαντασία σ' αυτό το ενδιαφέρον μυθιστόρημα της Μπάξερ. Το λογικό με το εξωλογικό στοιχείο. Όταν στην κούνια ενός νεογέννητου παιδιού βρίσκεται, αντί του βρέφους ένα κουνέλι, όταν μια γυναίκα ζει τον μοναχικό βίο τριγυρνώντας στο βουνό, όταν μια νέα χορεύει τον χορό της Σαλώμης με τα επτά πέπλα, μεταφερόμαστε σε μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας. Που όμως δεν ακυρώνει τη ρεαλιστική όψη της ζωής, την αλληλεπίδραση και τον καθορισμό της πορείας των ηρώων.
Αν έχω μια επιφύλαξη είναι αυτή που και στο παρελθόν διαετύπωσα. Ο όγκος του μυθιστορήματος. Έτσι όπως απλώνεται σε 644 σελίδες χαλαρώνει, η συνεκτικότητα μειώνεται, η προσοχή του αναγνώστη διασπάται. Νομίζω το βιβλίο θα είχε πολλά να κερδίσει αν περιοριζόταν ο όγκος του.