Παρασκευή, Μαΐου 18, 2018

Η μοναδική ιστορία

Julian Barnes
Η μοναδική ιστορία
Μεταίχμιο, 2018
Μετ. Κατερίνα Σχινά
Έχω διαβάσει τα περισσότερα από τα μεταφρασμένα στα ελληνικά βιβλία του Julian Barnes, που θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους βρετανούς συγγραφείς. Δυο κυρίως με είχαν ενθουσιάσει: Το  "Ένα κάποιο τέλος" (βραβείο Booker 2011) και το "Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια". Αλλά, είτε μου άρεσαν περισσότερο ή λιγότερο, δεν παύουν να είναι δημιουργήματα υψηλής λογοτεχνικής πνοής. Ό,τι κι αν γράφει το γράφει με περίτεχνη γλώσσα, η φράση του χωρίς να σε δυσκολεύει διατυπώνεται με πρωτοτυπία ξεφεύγοντας από την κοινή και τετριμμένη έκφραση. Ένα άλλο γνώρισμα της γραφής του Barnes είναι ο ελεγειακός τόνος. Τα κείμενά του "στάζουν" μελαγχολία, ακόμα κι αυτά, όπως το τελευταίο, που μιλούν για ευχάριστα συμβάντα όπως ο έρωτας. Είναι όμως μια μελαγχολία που δεν σε καταθλίβει, μια μελαγχολία σύμφυτη με την ύπαρξη. Σκέψεις με καθολικό περιεχόμενο παρεμβάλλονται στην υπόθεση. Σκέψεις που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αποφθεγματικές. Για τη ζωή, τον θάνατο, τον έρωτα, τα νιάτα, τον χρόνο, τη μνήμη...
Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά τα συναντάμε και σ' αυτό το τελευταίο του βιβλίο. Τι σημαίνει ο τίτλος; Ποια είναι "Η μοναδική ιστορία"; "Βλέπεις ένα ζευγάρι και σου φαίνεται ότι βαριούνται αφόρητα ο ένας τον άλλον. Σου είναι αδύνατον να φανταστείς ότι έχουν οτιδήποτε κοινό, αναρωτιέσαι γιατί εξακολουθούν να ζουν μαζί. Αλλά δεν είναι απλώς συνήθεια, δεν είναι βόλεμα, δεν είναι εφησυχασμός, δεν είναι σύμβαση, δεν είναι οτιδήποτε τέτοιο. Είναι γιατί κάποτε, είχαν την ερωτική τους ιστορία. Όλοι είχαν. Είναι η μοναδική ιστορία".
Πάνω σε μια τέτοια ιστορία κτίζει ο Barnes το βιβλίο του. Μια ιστορία που του χρησιμεύει ως καμβάς πάνω στον οποίο να υφάνει όλες τις άλλες σκέψεις και προβληματισμούς του. Στις αρχές της δεκαετίας του '60 ένας δεκαεννιάχρονος νεαρός, ο Πολ Κέιζι, που ζει με τους γονείς του σ' ένα προάστιο του Λονδίνου, γνωρίζει στο τοπικό κλαμπ του τένις τη σαραντάχρονη Σούζαν, παντρεμένη και με δύο ενήλικες κόρες. Ο ερωτικός δεσμός του Πολ και της Σούζαν σοκάρει τη μικρή, συντηρητική κοινωνία του Βίλατς, του οποίου τόσο το φυσικό όσο και το κοινωνικό περιβάλλον ο συγγραφέας περιγράφει με αριστοτεχνική συντομία. Οι δυο εραστές αποφασίζουν να ζήσουν στο Λονδίνο.
Καθώς τα χρόνια περνούν ο δεσμός σιγά-σιγά φθίνει. Η Σούζαν καταφεύγει στον αλκοολισμό και βυθίζεται στην κατάθλιψη. Το τέλος μελαγχολικό, αλλά αναπόφευκτο. Όμως, ώσπου να φτάσει στην τελευταία σελίδα, στην τελευταία γραμμή, ο συγγραφέας κατέγραψε πλήθος συναισθημάτων, σκέψεων, προβληματισμών, πάντα σε σχέση με τον έρωτα. Αναφέρθηκε στην ιδιαίτερη γλώσσα που χρησιμοποιεί ένα ζευγάρι εραστών, στη λειτουργία της ανάμνησης όταν τα χρόνια περάσουν (προσπαθεί να θυμηθεί το σώμα της, ένα κορσέ που φορούσε εκείνη, πόσες φορές έκαναν έρωτα κ. ά). Μιλάει για την αντίδραση του συζύγου και των θυγατέρων της, για τον καταστρεμμένο έρωτα (Ο κατεστραμμένος έρωτας διατηρεί τα κατάλοιπα, την ανάμνηση του αλλοτινού, υπέροχου έρωτα- κάπου βαθιά, όπου κανείς από τους δυο δεν θέλει να σκάψει").
Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος η αφήγηση γίνεται στο πρώτο πρόσωπο. Εδώ κυριαρχεί ο έρωτας Πολ-Σούζαν. Στο δεύτερο μέρος το πρώτο πρόσωπο συμφύρεται μ' ένα άγνωστο "εσύ". Ο συγγραφέας άραγε απευθύνεται στον εαυτό του ή στον καθένα από μας; Τέλος, στο τρίτο μέρος το πρώτο πρόσωπο γίνεται εν μέρει τρίτο. Η αφήγηση πιο απόμακρη, πιο αποστασιοποιημένη.
Αν η καλή λογοτεχνία δεν έχει (ή δεν πρέπει να έχει) σκοπό μόνο την προσωρινή τέρψη αλλά την εις βάθος αναμόχλευση σκέψεων και συναισθημάτων, σίγουρα σ' αυτήν πρέπει να κατατάξουμε και το καινούριο βιβλίο του Julian Barnes.

Παρασκευή, Απριλίου 27, 2018

Εν ψυχρώ

Τρούμαν Καπότε
Εν ψυχρώ
Πατάκης, 2017
Μετ. Αύγουστος Κορτώ
Τι μπορείς να πεις για ένα τόσο γνωστό και διάσημο βιβλίο που εδώ και δεκαετίες στοιχειώνει τις σκέψεις εκατομμυρίων αναγνωστών σ' όλο τον κόσμο και θεατών των τριών ταινιών που γυρίστηκαν με βάση αυτό; Δεν ξέρω αν υπάρχει βιβλιόφιλος που κι αν ακόμα δεν το έχει διαβάσει, δεν έχει τουλάχιστον ακούσει γι' αυτό. Με είχε συνταράξει όταν το πρωτοδιάβασα (δεν θυμάμαι πότε) κι όμως ένιωσα και τώρα, ξαναδιαβάζοντάς το στην καινούρια έκδοση του Πατάκη, εφοδιασμένη με πλήθος βιωματικές και λογοτεχνικές εμπειρίες που μου επεσώρευσαν τα χρόνια, τον ίδιο ή και μεγαλύτερο συγκλονισμό.
Ένας συνδυασμός δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας, που πολλοί από τότε δοκίμασαν να μιμηθούν, αλλά κανένα άλλο έργο δεν είχε την επιτυχία του "Εν ψυχρώ". Το θέμα: Το βράδυ του Σαββάτου, 15 Νοεμβρίου 1959, μια τετραμελής οικογένεια, η οικογένεια Κλάττερ, αποτελούμενη από τους γονείς, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι στην εφηβεία (δυο μεγαλύτερες κόρες ζούσαν αλλού) δολοφονείται στο σπίτι τους στο Χόλκομπ, ένα μικρό χωριό του Κάνσας των ΗΠΑ. Ο δολοφόνος (ή οι δολοφόνοι) δεν άφησαν κανένα ίχνος. Ο Τρούμαν Καπότε φτάνει εκεί ως απεσταλμένος του περιοδικού New Yorker, συνοδευόμενος από τη φίλη του Χάρπερ Λι, γνωστή επίσης συγγραφέα του άλλου διάσημου βιβλίου "Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια", για να καλύψει το γεγονός. Η υπόθεση τον παρασύρει. Η πολύχρονη έρευνά του δεν περιορίζεται στο μεμονωμένο γεγονός. Απλώνεται στο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον, αναλύει τους χαρακτήρες των δολοφονημένων, των φίλων τους, των αστυνομικών που αναλαμβάνουν την έρευνα. Κι ύστερα, όταν τα ίχνη των δυο δολοφόνων εντοπίζονται, το βιβλίο γίνεται μια καταβύθιση στην ψυχή τους. Παρακολοθεί τη ζωή και την πορεία των δυο νεαρών, του Πέρρυ Έντουαρντ Σμιθ και του Ρίτσιαρντ Γιουτζίν Χίκοκ (Πέρρυ και Ντικ στο βιβλίο), που θα καταλήξουν σε δίκη και απαγχονισμό.
Το βιβλίο δεν ακολουθεί βεβαίως πάντα τη χρονολογική σειρά των γεγονότων. Το αποτελούν τέσσερα μέρη: "Οι τελευταίοι που τους είδαν ζωντανούς", "Άγνωστοι δράστες", "Η απάντηση", "Η τιμωρία". Αρχίζει με τη λεπτομερή περιγραφή της τελευταίας μέρας της ζωής των τεσσάρων θυμάτων. Ένας ευυπόληπτος, αυτοδημιούργητος, ευκατάστατος ραντζέρης, ο Χέρμπερτ Κλάττερ, η ευαίθητη με ελαφρά νευρασθένεια γυναίκα του Μπόννι, η έφηβη, χαρισματική κόρη Νάνσυ, γεμάτη όνειρα για τη ζωή και ο νεαρός γιος Κένυον με τα δικά του όνειρα και σχέδια. Αυτοί δεν το ξέρουν, εμείς οι αναγνώστες όμως το ξέρουμε πως ό,τι κάνουν, ό,τι λένε, είναι για τελευταία φορά. Είναι η τελευταία τους μέρα στη ζωή. Η τραγική ειρωνεία με την έννοια που της έδωσε η αρχαία τραγωδία, κορυφώνει το δράμα.
Στο δεύτερο μέρος το πλάνο ανοίγει περισσότερο. Το ακατανόητο έγκλημα στοιχειώνει τις μέρες και τις νύχτες των αστυνομικών, κυρίως του Άλβιν Ντιούυ που αναλαμβάνει την υπόθεση. Παράλληλα παρακολουθούμε την περιπλάνηση των δυο άγνωστων ακόμα για την αστυνομία δολοφόνων από Πολιτεία σε Πολιτεία ως το Μεξικό, που επιβιώνουν με απάτες, μικροκλοπές, ακάλυπτες επιταγές. Η λεπτομερής περιγραφή του αποτρόπαιου εγκλήματος θα έρθει στο τρίτο μέρος, όταν οι δυο δολοφόνοι συλλαμβάνονται. Η δίκη και ο απαγχονισμός τους θα ολοκληρώσει το δράμα.
Το βιβλίο πάει πολύ πιο πέρα από την περιγραφή του εγκλήματος, την ανακάλυψη των δραστών και την τιμωρία τους. Στις 500 περίπου σελίδες του ξεδιπλώνεται η Αμερική της δεκαετίας του '50 και '60. Γίνεται μια εμβάθυνση στη μελέτη των χαρακτήρων, στο ρόλο που διαδραματίζουν τα τραύματα της παιδικής ηλικίας, μια μελέτη του κακού, αιωρούνται ερωτηματικά γύρω από το θέμα της θανατικής ποινής.
Το "Εν ψυχρώ" είναι ένα βιβλίο που θα 'πρεπε να διαβάσουν οι συγγραφείς για την τεχνική του, οι αστυνομικοί για τις μεθόδους και την αφοσίωση στη δουλειά τους, οι ψυχολόγοι για τη μελέτη των χαρακτήρων, οι νομικοί για τα ερωτήματα που θέτει η δικαιοσύνη, ο κάθε βιβλιόφιλος για να απολαύσει ένα μοναδικό ανάγνωσμα.

Τρίτη, Απριλίου 17, 2018

Όλα για καλό

Γιάννης Μακριδάκης
Όλα για καλό
Εστία, 2017
Πέμπτο βιβλίο του Χιώτη συγγραφέα που διαβάζω. Προηγήθηκαν τα: Η δεξιά τσέπη του ράσου, Ήλιος με δόντια, Η άλωση της Κωνσταντίας, Πρώτη φλέβα. Και η απορία δεν λέει να με αφήσει. Πού βρίσκεται το μυστικό της γοητευτικής αυτής γραφής όταν όλα τα υλικά κατασκευής των βιβλίων είναι σχεδόν τα ίδια; Τόπος η Χίος (ακόμα κι αν δεν δηλώνεται, εννοείται), γλώσσα απλή, καθημερινή, εμπλουτισμένη με τοπικά διαλεκτικά στοχεία, χαρακτήρες συνήθεις άνθρωποι του νησιού, γεγονότα κοινά σε κάθε μικρή κοινωνία, μέγεθος των ιστοριών ευσύνοπτο. Κι όμως με κάποιο μαγικό τρόπο τα ίδια υλικά αναμειγνύονται και μας δίνουν ιστορίες μοναδικές, μας γεννούν σκέψεις που κρατάνε καιρό.
Στο τελευταίο βιβλίο κέντρο βάρους είναι οι πρόσφυγες που καταφθάνουν θαλασσοπνιγμένοι στο νησί, οι άνθρωποι που τους συντρέχουν, αλλά και οι προσωπικές ιστορίες του καθενός που συχνά συμπλέκονται. Απ' το παρόν πάνε χρόνια πίσω, θαμμένα μυστικά αποκαλύπτονται, παράξενες συμπτώσεις συνδέουν τα πρόσωπα, ενώ η φράση "όλα για καλό" επαναλαμβάνεται συχνά στο βιβλίο.
Ένας θάνατος είναι η εναρκτήρια σκηνή. Ένας θάνατος-ατύχημα, όταν ο Μιχάλης, μοναχικός ερημίτης, ενώ στεκόταν "προς νερού του" στην άκρη του γκρεμού, πέφτει και σκοτώνεται. Την ιστορία της ζωής του θα τη μάθουμε πολύ αργότερα. 
Θα ακολουθήσει ακόμα ένας θάνατος. Ο πρωτοπρόσωπος κεντρικός αφηγητής, ο Δημοσθένης, δοσμένος στην περίθαλψη και τη φροντίδα των κατατρεγμένων προσφύγων που φτάνουν θαλασσοπνιγμένοι στο νησί, περιπολώντας ένα βράδυ στις ακτές του νησιού μαζί με μια εθελόντρια, την Κατρίν, που έχει έρθει από τη Γερμανία στο νησί για να βοηθήσει (αργότερα θα αποδειχτεί πως δεν ήταν ο μόνος λόγος) βρίσκουν ένα νεκρό πρόσφυγα. Ψάχνοντάς τον ανακαλύπτουν ότι κουβαλούσε μαζί του 15 χιλιάδες δολάρια. Αποφασίζουν να τα χρησιμοποιήσουν "για καλό", να βελτιώσουν δηλαδή τις συνθήκες περίθαλψης των προσφύγων ανακαινίζοντας, όσο είναι δυνατό, ένα παλιό, εγκαταλελειμμένο λεπροκομείο.
Μια μικρή ομάδα ανθρώπων περιβάλλει και βοηθά τον Δημοσθένη. Εκτός από την εθελόντρια Κατρίν, είναι ένας παλιός καπετάνιος, ωραίος τύπος, που με το καΐκι του συμβάλλει στη διάσωση των προσφύγων και με τις αφηγήσεις του διασκεδάζει τις βραδινές συνάξεις της ομάδας. Είναι ακόμα η γλυκιά γυναίκα του, η μαία του χωριού με τον άντρα της, που οι υπηρεσίες της θα φανούν και τώρα χρήσιμες όταν καταφθάνει ένα νεαρό ζευγάρι προσφύγων με ετοιμόγεννη τη γυναίκα. Μια καινούρια ζωή έρχεται στον κόσμο. Πλάι στο θάνατο η ζωή...
Ωραίες οι βραδινές συγκεντρώσεις της ομάδας, όπου ζεσταινόμενοι με μια νόστιμη ψαρόσουπα θυμούνται ιστορίες από τα παλιά. Ξανάρχονται στη μνήμη πρόσωπα και γεγονότα, ανακαλύπτονται απρόσμενες σχέσεις, ξαναζούν πρόσωπα  του παρελθόντος "όλα για καλό".
Ακόμα ένα ενδιαφέρον βιβλίο του Μακριδάκη. Ένα κομμάτι εφήμερης ζωής  που η τέχνη του λόγου το μνημειώνει για πάντα.

Τετάρτη, Μαρτίου 28, 2018

Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα

Μαρκ Χάντον
Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα
Μετ. Άννα Παπασταύρου
Ψυχογιός, 2017 (2004)
"Ήταν 7 λεπτά μετά τα μεσάνυχτα. Ο σκύλος κειτόταν πάνω στο γρασίδι, καταμεσής της πρασιάς, μπροστά από το σπίτι της κυρίας Σίαρς. Τα μάτια του ήταν κλειστά. Έμοιαζε σαν να έτρεχε με τις μπάντες, όπως τρέχουν τα σκυλιά όταν νομίζουν πως κυνηγούν μια γάτα μέσα στον ύπνο τους. Όμως ο σκύλος ούτε έτρεχε ούτε κοιμόταν. Ο σκύλος ήταν νεκρός. Κι από το σκύλο εξείχε μια τσουγκράνα".
Έτσι αρχίζει την αφήγησή του ο 15χρονος Κρίστοφερ Τζον Φράνσις Μπουν, ένα παιδί με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και διαίτερες ικανότητες. Είναι ένα απ' τα παιδιά που χαρακτηρίζουμε συνήθως ως αυτιστικά, που όμως δεν έχουν όλα τα ίδια χαρακτηριστικά. Ο νεαρός Κρίστοφερ θα μας συστηθεί αργότερα λέγοντάς μας: "Και να μερικά από τα Συμπεριφορικά Προβλήματα που παρουσιάζω:
Α. Δε μιλάω σε ανθρώπους για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Β. Δεν τρώω ούτε πίνω τίποτα για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Γ. Δε μου αρέσει να με αγγίζουν.
Δ. Στριγκλίζω με όλη μου τη δύναμη όταν είμαι θυμωμένος ή συγχυσμένος.
Ε. Δε μου αρέσει να στριμώχνομια σε πολύ μικρούς χώρους μαζί με άλλους ανθρώπους.
ΣΤ. Όταν είμαι θυμωμένος ή σαστισμένος, σπάω πράγματα."
Συνεχίζει έτσι, απαριθμώντας δεκαοχτώ καταστάσεις που τον χαρακτηρίζουν.
Αναμφισβήτητη είναι η μαθηματική του ιδιοφυΐα (αλήθεια, ποιος μπορεί να ξεχάσει τον μοναδικό Ντάστιν Χόφμαν στον Rain man;). Εξού και τα κεφάλαια του βιβλίου δεν αριθμούνται με τον συνήθη τρόπο 1,2,3 κ.λπ. αλλά με τους πρώτους αριθμούς 2, 3, 5, 7, 11 κ.ο.κ. (Ως γνωστό πρώτοι είναι οι αριθμοί που μπορούν να διαιρεθούν ακριβώς μόνο με τη μονάδα και τον εαυτό τους).
Ο Κρίστοφερ, αυτό το ιδιαίτερο παιδί, που έχει ως κατοικίδιο ένα ποντίκι, που του αρέσει η αστυνομική λογοτεχνία και ιδιαίτερα ο Σέρλοκ Χολμς, που δεν μπορεί να πει ποτέ ψέματα ("Δε λέω ψέματα. Η μητέρα μου συνήθιζε να λέει πως αυτό συνέβαινε επειδή είμαι καλό άτομο. Όμως δε συμβαίνει επειδή είμαι καλό άτομο. Συμβαίνει γιατί δεν μπορώ να πω ψέματα", θα μας εξομολογηθεί), αποφασίζει να ανακαλύψει ποιος σκότωσε το σκύλο της κυρίας Σίαρς. Την πορεία των ερευνών του την καταγράφει σ' ένα τετράδιο, ελπίζοντας να γράψει ένα βιβλίο.
Ζει με τον πατέρα του, η μητέρα του του είπαν ότι έχει πεθάνει. Στην πορεία των ερευνών του, με τις οποίες ο πατέρας του διαφωνεί και με αυστηρότητα του απαγορεύει να ενοχλεί τους γείτονες, ο Κρίστοφερ θα ανακαλύψει όχι μόνο ποιος σκότωσε το σκύλο αλλά και την αλήθεια για τη μητέρα του. Στο μακρύ μονόλογό του άλλοτε με μελαγχολικό τρόπο κι άλλοτε με χιούμορ, θα γνωρίσουμε πολλά από τα χαρακτηριστικά των αυτιστικών  παιδιών, που ασφαλώς δεν συμπίπτουν όλα στο ίδιο παιδί. Μας δίνει ακόμα την ευκαιρία να διερωτηθούμε για τον μυστήριο τρόπο της λειτουργίας του εγκεφάλου, για το πόσες δυνατότητες έχει, δυνατότητες που ο άνθρωπος δεν έχει ακόμα αξιοποιήσει στο σύνολό τους.
Ο Άγγλος συγγραφέας Μαρκ Χάντον, με σπουδές αγγλικής λογοτεχνίας στην Οξφόρδη, με εξαετή εργασία με ανθρώπους με ειδικές σωματικές και πνευματικές ικανότητες, μας έδωσε ένα βιβλίο που πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως, που βραβεύτηκε με πολλά βραβεία, που διασκευάστηκε για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Ένα εξαιρετικό βιβλίο.
 

Σάββατο, Μαρτίου 17, 2018

Θέλω να ζήσω μαζί σου-Απαράμιλλη δύναμη

Η Αντιγόνη Μοδέστου σπούδασε λογιστικά και διοίκηση επιχειρήσεων στο Λονδίνο, είναι εγκεκριμένος λογιστής/ελεγκτής και έχει μεταπτυχιακό στη διοίκηση επιχειρήσεων. Η ενασχόληση όμως με τα οικονομικά θέματα δεν την εμπόδισε, όχι μόνο να αγαπά και να ασχολείται με τη λογοτεχνία, αλλά και να γράφει η ίδια. Ως τώρα έχει εκδώσει τέσσερα αξιόλογα μυθιστορήματα: Ζήτημα ζωής  και θανάτου, 1999, Το κόστος της ζωής, Α.Α. Λιβάνη, 2010, Θέλω να ζήσω μαζί σου, Εκδόσεις Διηνεκές, 2005, Απαράμιλλη δύναμη, Εξάντας, 2017.
Θα μιλήσω για τα δυο τελευταία που διάβασα πρόσφατα και στα οποία βρήκα αρκετά κοινά στοιχεία. Μεγάλη  ομοιότητα υπάρχει στη γλώσσα. Απλή, κατανοητή, στρωτή, με ευστοχία στα νοήματα, χωρίς να είναι φτωχή. Φράσεις σύντομες, πολλοί διάλογοι μέσα από τους οποίους όχι μόνο προωθείται η δράση αλλά και ηθογραφούνται τα πρόσωπα. Σκηνές που θυμίζουν κινηματογραφική δράση εντείνουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη.
Οι χρόνοι στα δυο μυθιστορήματα διαφέρουν. Στο θέλω να ζήσω μαζί σου βρισκόμαστε στη σύγχρονη εποχή. Οι επιστημονικές έρευνες μπλέκονται με πολιτικά θέματα και θέματα κατασκοπίας. Στο Απαράμιλλη δύναμη ο χρόνος απλώνεται από τον προπερασμένο αιώνα ως τον 21ο. Όχι πάντα με ευθεία χρονολογική σειρά. Η αφήγηση αρχίζει το 1996 για να πάει πίσω στο 1891 από όπου πηγαινοέρχεται στο 1900, 1934, 1983, 1957, 1965, για να τελειώσει το 2011.
Ένας κοσμοπολιτισμός επίσης διακρίνει τη γραφή της Μοδέστου. Οι ήρωές της, αν και η κυπριακή τους καταγωγή ή η σχέση τους με την Κύπρο πάντα υπάρχει, όμως ξεφεύγουν από τα στενά τοπικά πλαίσια, η δράση τους απλώνεται σε πολλές άλλες χώρες. Να υποθέσουμε άραγε ότι εδώ υποκρύπτεται η αγάπη της ίδιας της συγγραφέως για άλλους λαούς κι άλλες χώρες που έχει γνωρίσει; Το Λονδίνο και η Οξφόρδη, το Κίεβο, η Δαμασκός, η Βηρυτός, η Αθήνα, η Κύπρος, το Βερολίνο, η Αίγυπτος, το Ισραήλ είναι μερικοί από τους τόπους όπου μετακινούνται οι ήρωές της. Σύντομες οι περιγραφές της ατμόσφαιρας της κάθε χώρας, πολύ χαρακτηριστικές όμως: "Η Λητώ, περπατώντας στο Σουκ αλ Χαμετίγια, την αράπικη αγορά της Δαμασκού, σκεφτόταν πόσο ενδιαφέρουσα και παράξενη ήταν η ομορφιά αυτής της πόλης. Στη βρώμικη αγορά χτυπούσε νωχελικά, μέσα στο μακάριο ραχάτι της, η καρδιά αυτού του κόσμου, του τόσο παράξενου και μυστήριου. Μουσουλμάνοι φαμελιάρηδες με μακριές κελεμπίες, με τα ουρί τους ν' ακολουθούν πειθήνια, κάποτε με καλυμμένα τα μαλιά μόνο, κάποτε κρυμμένες σ' ολόμαυρα τσαντόρ από την κορφή ως τα νύχια" (Θέλω να ζήσω μαζί σου).
Δεν μπορούσαν ασφαλώς να λείπουν οι εικόνες από την Κύπρο. Εκεί φτάνουν δυο από τους ήρωες του βιβλίου Απαράμιλλη δύναμη, ο Αλέξης και η Κατερίνα. "Κοντά μισή ώρα μετά, έστριβε με τη βεβαιότητα ενός ντόπιου σ' ένα στενό δρομάκι, που περνώντας φιδωτά μέσα από καταπράσινα χωράφια με τεράστιες χαρουπιές και ελιές, περνούσε ξυστά από τον μικρό επίγειο παράδεισο που είχαν δημιουργήσει οι μοναχές στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου του Αλαμάνου, κι έφτανε μέχρι τη θάλασσα. Η Κατερίνα πετάχτηκε από το τζιπ ενθουσιασμένη. Το τοπίο ήταν μαγευτικό. Η καταγάλανη θάλασσα πηγαινοερχόταν γλυκά στην αγκαλιά μεγάλων κάτασπρων βράχων που ήταν απλωμένοι μπροστά της λες και κάποιο μαγικό ραβδί πέτρωσε μεγάλα αφράτα μαξιλάρια και της τα πρόσφερε γι να ξαπλώνει επάνω τους αιώνια" (Απαράμιλλη δύναμη).
Οι ήρωές της, άνδρες και γυναίκες, εκπροσωπούν ποικίλους χαρακτήρες. Η Λητώ και ο Μάρκος, η Ελένα, ο Γιούρη, ο Τζο και η Γιούλη, ο Γιάννης, η Αναστασία, ο Θεοδόσης, η Φωτεινή, η Κατερίνα και πλήθος άλλοι παύουν να είναι μυθιστορηματικά πρόσωπα. Με τη γραφή της Μοδέστου ζωντανεύουν, γίνονται άνθρωποι οικείοι. Από τα πρόσωπα και των δύο βιβλίων ξεχωρίζει ο Αλέξης, κύριο πρόσωπο στο Απαράμιλλη δύναμη. Ένας ξέγνοιαστος νέος, play boy θα λέγαμε, πλούσιος κληρονόμος, δοσμένος στη διασκέδαση, αλλάζει τρόπο ζωής και σκέψης όταν η γιαγιά του Αναστασία πεθαίνει, αφήνοντας γι' αυτόν ένα περίεργο όρο στη διαθήκη της.
Έντονη είναι η πάλη του καλού με το κακό και στα δύο βιβλία. Εξίσου μεγάλη δύναμη που κινεί τους ήρωες, ο έρωτας. Ανατροπές συμβαίνουν διαρκώς με τελική κατάληξη τη νίκη του καλού που καταφάσκει έτσι την αισιόδοξη πλευρά της ζωής.
Είναι βέβαιο ότι η Αντιγόνη Μοδέστου έχει πολλά ακόμη να δώσει στη λογοτεχνία της Κύπρου.

Παρασκευή, Μαρτίου 02, 2018

Η γυναίκα στο παράθυρο

Έι Τζέι Φιν (A. J. Finn)
Η γυναίκα στο παράθυρο
Ψυχογιός, 2018
Μετ. Αναστάσιος Αργυρού
"Ο Φιν έγραψε ένα νουάρ για τη νέα χιλιετία, γεμάτο συναρπαστικούς χαρακτήρες, αιφνιδιαστικές ανατροπές, πανέμορφη γραφή και μια αφηγήτρια με την οποία πολύ θα ήθελα να πιω ένα μπουκάλι pinot. Ίσως και δύο-έχω πολλές ερωτήσεις να της κάνω (Gillian Flynn).
Μια από τις πολλές ενθουσιώδεις απόψεις που έχουν διατυπωθεί για το μυθιστόρημα του Finn (ψευδώνυμο του 38χρονου Αμερικανού Daniel Mallory), που ανήκει στην εξαιρετική συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων Gillian Flynn (Αιχμηρά αντικείμενα, Το κορίτσι που εξαφανίστηκε, Σκοτεινός τόπος κ.ά).
Πολλά έχουν λεχθεί,  πολλές συζητήσεις έχουν γίνει σχετικά με το αν τα αστυνομικά μυθιστορήματα είναι ή δεν είναι λογοτεχνία. Δεν θα μπω σ' αυτή τη συζήτηση. Κι αν ακόμα δεχτούμε πως ορισμένα του είδους μπορούν να ενταχθούν στη λογοτεχνία, το παρόν κατά τη γνώμη μου δεν είναι. Θα έλεγα πως είναι ένα έτοιμο σενάριο για κινηματογραφική ταινία. Σύντομες, κοφτές φράσεις, χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα για τη γλώσσα, λόγος συνήθης, καθημερινός, κανένας προβληματισμός, καμιά ανάλυση χαρακτήρων ή ενεργειών, παρά μόνο στόχος είναι η δημιουργία φόβου, αγωνίας, περιέργειας για το τι πραγματικά συμβαίνει και αδημονίας για τη συνέχεια. Είναι σαν να παρακολουθείς έργο τρόμου. Στο είδος του εξαιρετικό.
Σ' ένα σπίτι με αρκετούς ορόφους, με υπόγειο-χαρακτηριστικό των θρίλερ- σκοτεινό συνήθως, κάπου στη Ν. Υόρκη, ζει η Άννα Φοξ. Μόνη, εκτός από τον νοικάρη της Ντέιβιντ που μένει στο υπόγειο. Η Άννα πάσχει από αγοραφοβία. Μένει συνεχώς στο σπίτι, καταναλώνει απίστευτες ποσότητες κρασιού, κατά προτίμηση μερλό, καταπίνει σωρηδόν χάπια, ενώ παρακολουθείται και από ψυχίατρο. Διαθέτει μια τεράστια συλλογή από αστυνομικές ταινίες και θρίλερ που συχνά παρακολουθεί: Σκιά της αμφιβολίας, Το μωρό της Ρόζμαρι, Δεσμώτης του ιλίγγου, Πριν από τη θύελλα και δεκάδες άλλες. Πάνω απ' όλα βέβαια το πασίγνωστο χιτσκοκικό Σιωπηλός μάρτυς (οι αναγνώστες διαβάζοντας το μυθιστόρημα μπορούν να καταρτίσουν σχετικούς καταλόγους αν τους αρέσει το είδος!). Ενίοτε η Άννα παίζει και σκάκι στον υπολογιστή. Η κύρια όμως απασχόλησή της είναι να παρακολουθεί από το παράθυρό της τη γειτονιά, με μια φωτογραφική μηχανή που διαθέτει ένα εξαιρετικό φακό, ώστε να μπορεί να βλέπει κάθε λεπτομέρεια. Ειδικά η παρακολούθησή της επικεντρώνεται στο σπίτι του ζεύγους Ράσελ. Εκεί ζει ο Άλιστερ και η Τζέιν με τον έφηβο γιο τους Ίθαν. Η Άννα είναι παιδοψυχολόγος και ενίοτε ασκεί το επάγγελμα μέσω ενός φόρουμ, ειδικά με κάποιο πρόσωπο με  το διαδικτυακό όνομα GrannyLizzie, με το οποίο ταιριάζει στην αγοραφοβία και στο οποίο εξομολογείται πολλά από τη δική της ζωή. Συχνά αναφέρεται στον άντρα της Έντ και την κόρη της Ολίβια που δεν ζουν μαζί της.
Παρακολουθώντας το σπίτι των Ράσελ βλέπει μια μέρα τη Τζέιν να δολοφονείται. Όμως ούτε η αστυνομία ούτε κανείς άλλος την πιστεύει. Τι πραγματικά συμβαίνει; Μήπως έχει παραισθήσεις; Προπάντων αν σκεφτούμε  το ποτό και τα χάπια που καταναλώνει. Αν έγινε φόνος, πού είναι το πτώμα; Ποιος είναι ο δολοφόνος; Ποιο ρόλο διαδραματίζει καθένα από τα πρόσωπα του έργου; Η λύση βέβαια, ως συνήθως, στις τελευταίες σελίδες.
Όσοι αγαπούν τα θρίλερ θα ενθουσιαστούν. Σκοτεινή ατμόσφαιρα, μυστηριώδες απίτι, βροχή, ψυχολογική αστάθεια, υποψίες που ανατρέπονται...Ένα γνήσιο θρίλερ, αντιπροσωπευτικό του είδους. Ως ταινία πιστεύω θα συναρπάσει.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 17, 2018

Πληγωμένα όνειρα

Γιώργος Παπαδόπουλος-Κυπραίος
Πληγωμένα όνειρα
Διόπτρα, 2018
Πριν από πέντε χρόνια, το 2013, ο Γιώργος Παπαδόπουλος-Κυπραίος μας έδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, "Το δαχτυλίδι". Στην ερώτηση τι τον έκανε στα 70 του χρόνια από επιτυχημένος εκδότης (Διόπτρα) να στραφεί στη συγγραφή, απάντησε: "Θεώρησα πως  έπρεπε να δοθεί μια απάντηση σε κείνους που με ρωτούσαν συχνά: "Και τι έκαναν οι Κύπριοι για την Ελλάδα;", αλλά και για τις αξίες μας που θυσιάσαμε στο βωμό της εύκολης ζωής και της καλοπέρασης".
Φαίνεται όμως πως δεν τα είπε όλα σ' εκείνο το βιβλίο ο Γιώργος. Φαίνεται πως κι άλλα μέσα του τον βασάνιζαν, πως είχε κι άλλα ακόμα να πει για να μπορέσει να ξαλαφρώσει από αναμνήσεις, περιπέτειες, εμπειρίες, απογοητεύσεις, κάποια "Πληγωμένα όνειρα" ν' αφήσει σαν παρακαταθήκη για τις μελλοντικές γενιές. Ο τίτλος, που παραπέμπει ίσως σε ρομαντικές ιστορίες "ροζ" λογοτεχνίας, αδικεί το περιεχόμενο. Αν και από μια άποψη, ναι, ένας έρωτας μεγάλος περιγράφεται. Οι θυσίες που έγιναν γι' αυτόν, η φλόγα με την οποία γέμισε τις ψυχές όσων τον ένιωσαν, τέλος η στάχτη και τ' αποκαΐδια που άφησε  στο πέρασμά του και οι πληγές σ' αυτούς που τον ονειρεύτηκαν. Δεν είναι όμως  ο έρωτας ενός άντρα και μιας γυναίκας. Είναι ο ασίγαστος έρωτας της Κύπρου για την Ελευθερία, την Ελλάδα, την Ένωση και η τραγική κατάληξή του.
Το μυθιστόρημα αρχίζει με τον παπα-Κυριάκο, ένα λεβεντόπαπα που δεν δίσταζε να έχει τυλιγμένο στο σώμα του ένα φίδι, ούτε να υπερασπίζεται το χωριό του από τους δυσβάστακτους φόρους και τις απειλές των Τούρκων κατακτητών. Βρισκόμαστε περίπου στα μέσα του 19ου αι. Από το Παλαιχώρι ο παπα-Κυριάκος μετοικεί στην Ακρούντα και η εξιστόρηση της ζωής των απογόνων του γίνεται η εξιστόρηση της ζωής της Κύπρου. Καθώς εξελίσσεται η ιστορία παρακολουθούμε, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει στην εισαγωγή του "Τη συμμετοχή των Κυπρίων στον ελληνικό, αλλά και στον αγγλικό στρατό κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο...Τη δημιουργία της ΕΟΚΑ και τον αγώνα της κατά των Άγγλων...Την υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου, οι οποίες απεμπόλησαν την Ένωση και παραχώρησαν υπερπρονόμια και βέτο στους Τουρκοκύπριους και δικαίωμα επέμβασης στηνΤουρκία...Την προσπάθεια της κυπριακής κυβέρνησης να επιβάλει τις συμφωνίες, με αποτέλεσμα τη δημιουργία δύο παρατάξεων, εκείνης που ποστήριζε την Ένωση (Ενωτικοί ή Γριβικοί) και της άλλης που τασσόταν υπέρ της ανεξαρτησίας (Ανεξαρτησιακοί ή Μακαριακοί)...Τις πολιτικές που οδήγησαν στην πρόκληση έντασης και συγκρούσεων μεταξύ Τουρκοκυπρίων κα Ελληνοκυπρίων και είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία της πράσινης Γραμμής της Λευκωσίας...Τη συγκρότηση της Εθνικής Φρουράς και την αποστολή από τον Γεώργιο Παπανδρέου μιας μεραρχίας ελληνικού στρατού στο νησί προκειμένου να πραγματοποιηθεί η Ένωση...Την εξέλιξη των γεγονότων που έφεραν στα όρια της σύγκρουσης τους υποστηρικτές της κυπριακής ηγεσίας και τους Έλληνες που υπηρετούσαν στην Κύπρο, των οποίων τη στρατιωτική δύναμη αρκετά μέσα ενημέρωσης αποκαλούσαν στρατό κατοχής..."
Από ένα σημείο και πέρα το μυθιστόρημα προσλαμβάνει έντονο βιογραφικό χαρακτήρα. Ο μικρός Γιώργος, που ασφαλώς δεν είναι άλλος από τον συγγραφέα Γιώργο, ανατρέχει στις παιδικές του αναμνήσεις χαρίζοντάς μας σκηνές και στιγμιότυπα από τη ζωή της Κύπρου των δεκαετιών '40 και '50. Γεγονότα της σχολικής του ζωής κλείνουν το πρώτο μέρος του βιβλίου που έχει τίτλο "Πριν ηχήσουν τα τύμπανα". 
Ακολουθεί το δεύτερο μέρος "Ο αγώνας αρχίζει". Η προετοιμασία του αγώνα της ΕΟΚΑ, η συμμετοχή του 15χρονου Γιώργου, η ατμόσφαιρα στην Κύπρο, τα κρησφύγετα, οι συγκρούσεις, οι συλλήψεις, οι ανακρίσεις, οι θάνατοι, η πολιτική κατάσταση, αναμοχλεύουν μνήμες για όσους από μας ζήσαμε εκείνους τους καιρούς. Απογοητευμένος ο Γιώργος μεταναστεύει στον Καναδά και η αφήγηση γίνεται ακόμα πιο προσωπική.
Μα το τρίτο μέρος με  τον ερωτηματικό τίτλο "Ήθελαν, τελικά, την Ένωση;" μας προσγειώνει ανώμαλα στο απογοητευτικό τέλος εκείνου του μεγαλειώδους αγώνα. Και κλείνει με το αεροπορικό δυστύχημα της Cyprus Airways τον Οκτώβριο του 1967, όταν το αεροπλάνο με το οποίο θα ταξίδευε ο Γεώργιος Γρίβας (που τελικά δεν ταξίδεψε) κατέπεσε κοντά στο Καστελλόριζο.
Το βιβλίο αναδεύει "πόνους παλιούς που μέσα μας κοιμούνται", κατά τον ποιητή. Θα μπορούσαν άραγε τα πράγματα να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά; Κανείς δεν μπορεί να ξέρει...