Τρίτη, Ιανουαρίου 17, 2017

Ο καθηγητής


Κατερίνα Ντάϊμοντ
Ο καθηγητής
Ψυχογιός, 2016
Μετ. Βάσια Τζανακάμη
(ebook)
Από πολλούς μελετητές έχει επισημανθεί ότι το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα έχει εμπλουτιστεί με πολλά άλλα στοιχεία πέρα από την καθαρά αστυνομική υπόθεση, έγκλημα-έρευνα-εύρεση ενόχου-τιμωρία. Ότι η προσθήκη σ' αυτό κοινωνικών, πολιτικών, ψυχολογικών ή άλλων στοιχείων, του έχει προσδώσει μια καινούρια διάσταση κι ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον.
Κι όμως, διαβάζοντας το βιβλίο "Ο καθηγητής", βρίσκω ότι το καθαρά αστυνομικό μυθστόρημα εξακολουθεί να υπάρχει. Βέβαια, στην περίπτωση αυτή θα έλεγα ότι προσιδιάζει μάλλον ο χαρακτηρισμός θρίλερ. Το είδος δηλαδή εκείνο στο οποίο κυριαρχεί η περιπέτεια, ο φόβος, η αγωνία. Δύσκολα θα διάβαζα ένα τέτοιο βιβλίο, δεν είναι στις προτιμήσεις μου, με παρέσυρε όμως αφενός ο τίτλος και αφετέρου η ευκολία απόκτησής του (ebook).
Πραγματικά, διαβάζοντάς το αναρωτήθηκα πώς μπόρεσε μια νέα κοπέλα, όπως είναι η συγγραφέας του, να γράψει ένα τόσο σκληρό βιβλίο. Όχι μόνο αλλεπάλληλοι φόνοι, αλλά ειδεχθείς φόνοι, με βασανιστήρια, με βγαλμένα εντόσθια, με  κομματιασμένα μέλη, με αργό θάνατο, με το αίμα να πλημμυρίζει τις σελίδες του βιβλίου, τόσο που στο τέλος σχεδόν να νιώθεις "τη μεταλλική γεύση του αίματος", όπως συχνά αναφέρεται στις περιγραφές της. Και εκτός από τους βασανιστικούς φόνους, σεξουαλική κακοποίηση, βιασμός, εμετοί, ό,τι αηδιαστικό μπορεί να φανταστεί κανείς αφθονούν.
Άνθρωποι εξέχοντες στην κοινωνία, με πρώτο τον διευθυντή ενός ιδιωτικού σχολείου για αγόρια, ένας ιατροδικαστής, ένας τηλεπαρουσιαστής, ένας επιχειρηματίας και άλλοι, που φαινομενικά δεν σχετίζονται μεταξύ τους, βρίσκονται δολοφονημένοι με τον πιο άγριο τρόπο. Τη διαλεύκανση των φόνων αναλαμβάνουν οι αστυνομικοί επιθεωρητές  Ίμοτζεν Γκρέι και Έιντριαν Μάιλς, που κι αυτοί έχουν τους δικούς τους "σκελετούς στη ντουλάπα". Στην υπόθεση εμπλέκεται κι ένα μουσείο ταριχευμένων ζώων, που κι αυτό ακόμα παραπέμπει στον θάνατο.
Στο τέλος φυσικά οι μπλεγμένες υποθέσεις ξεδιαλύνονται. Με εντυπωσίασε  όχι μόνο η λεπτομερής περιγραφή των φρικιαστικών εγκλημάτων, αλλά και οι γνώσεις της συγγραφέως γύρω από την ανατομία και τη λειτουργία του σώματος, η εμπειρία της από όπλα, από την ταρίχευση αλλά και ο τρόπος γραφής. Η σύνδεση των κεφαλαίων με το πήγαινε-έλα στον χρόνο και στον χώρο κάνει τον αναγνώστη, ακόμα κι αν δυσφορεί με όσα διαβάζει, να συνεχίσει να γυρίζει τις σελίδες, γεμάτος περιέργεια για την κατάληξη.
Πιστεύω το βιβλίο είναι ιδανικό για κινηματογραφικό έργο θρίλερ και φυσικά για διάβασμα από τους λάτρεις του είδους.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 11, 2017

Ήλιος με δόντια

Γιάννης Μακριδάκης
Ήλιος με δόντια
Εστία, 2010
Η εντελώς προσωπική αφηγηματική τεχνική και η ιδιάζουσα γλωσσική έκφραση, με διάσπαρτες λέξεις, άλλοτε παλαιάς κοπής, άλλοτε ντοπιολαλιάς είναι τα κύρια γνωρίσματα της γραφής του νέου Χιώτη λογοτέχνη Γιάννη Μακριδάκη (γεν. 1971). Αυτά, ανάμεσα σ' άλλα γνωρίσματα, τον κατέστησαν αμέσως από την πρώτη του λογοτεχνική εμφάνιση (2008) αγαπητό σε κριτική και κοινό.
Εγώ κάπως αργά τον "ανακάλυψα". Μόλις το 2016 διαβάζοντας το "Η δεξιά τζέπη του ράσου", που με ενθουσίασε. Συνέχισα με το τελευταίο του, "Η πρώτη φλέβα" (2016), που δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και τώρα μόλις τέλειωσα το "Ήλιος με δόντια" (2010).
Τοποθετημένο χρονικά στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, με κεντρικό ήρωα τον Κωνσταντή, και πάλι όπως στο "ράσο" έναν ιδιόρρυθμο "σαλό", που εδώ νομίζει ότι είναι ιερωμένος, το ευσύνοπτο μυθιστόρημα ολοκληρώνεται με έναν επίλογο γραμμένο στο σήμερα. Τρεις είναι οι πρωτοπρόσωποι αφηγητές. Αρχίζει με τον Κωνσταντή που μπροστά σ' έναν καθρέφτη εξιστορεί τη βασανισμένη του ζωή, εξιστόρηση η οποία ηχογραφείται εν αγνοία του σε "μπομπίνες". Γεννημένος το 1908 σε μια φτωχογειτονιά του Κάστρου της Χίου, γνωρίζει από μικρός τη φτώχεια, την ορφάνια και την απόρριψη λόγω της θηλυπρεπούς του εμφάνισης και ροπής. Καθώς η εξιστόρηση της ταλαιπωρημένης του ζωής προχωρεί με αφήγηση που πηγαινοέρχεται στο χρόνο, με ένα βασανιστικό ερώτημα να τον κατατρύχει, διερωτόμαστε αν η προσωπική του ιστορία είναι ο στόχος του συγγραφέα ή ο κοινωνικός και ιστορικός περίγυρος της εποχής. Ο Κωσταντής μεγαλώνει σε μια γειτονιά όπου κυρίως κατοικούν "παστρικές" που ήρθαν από τη Σμύρνη με "το βρακί που φορούσαν". Είναι η φτωχογειτονιά με τους λαϊκούς ανθρώπους, ενώ από την άλλη πλευρά του λιμανιού υψώνονται τα νεοκλασικά σπίτια των πλουσίων και μια άλλη ζωή.
Η ιδιαιτερότητα του Κωνσταντή γίνεται αντιληπτή ήδη από το δημοτικό σχολείο. Περιθωριοποίηση και κοροϊδία τον συνοδεύουν, ενώ στα έντεκά του χρόνια μυείται στη σεξουαλική ζωή από έναν μεγαλύτερό του νεαρό, τον Αποστόλη, που θα μείνει για πάντα ο έρωτας της ζωής του. Η βασανισμένη ζωή του Κωσταντή σημαδεύεται και από τα ιστορικά γεγονότα που καταγράφονται όπως περνούν μέσα από την απλοϊκή ματιά του. Η κατάληψη της Σμύρνης (την ίδια μέρα πεθαίνει από ατύχημα η μάνα του), ο Βενιζέλος, ο βασιλιάς Γεώργιος, η Μικρασιατική Καταστροφή, το νέο ημερολόγιο, οι εκδηλώσεις ελληνοτουρκικής φιλίας, ο Μεταξάς, η Κατοχή, η Αντίσταση, είναι γεγονότα που για τον Κωνσταντή έχουν σημασία μόνο όσο αφορούν την προσωπική του ζωή. "Όταν όμως επιτέλους έδωσε ο Θεός και καταστράφηκε η Σμύρνη, γύρισε πίσω και ο Αποστόλης", λέει, με μόνη έγνοια τη σωτηρία και την επιστροφή του φίλου του από τον πόλεμο. Κι ήταν ακριβώς ο θάνατος του φίλου του, πολύ αργότερα, το 1944, που οδήγησε τον Κωνσταντή στην τρέλα. Στις 7 Φεβρουαρίου 1944 Αγγλικά βομβαρδιστικά έπληξαν από παρεξήγηση το Σουηδικό πλοίο Wiril που ναυλοχούσε στο λιμάνι της Χίου φέρνοντας τρόφιμα για τον λιμοκτονούντα πληθυσμό. Δεκαέξι νεκροί, ανάμεσά τους και ο Αποστόλης, και εξήντα τραυματίες ήταν ο απολογισμός του βομβσρδισμού, γεγονός για το οποίο από παρεξήγηση ο Κωσταντής θεώρησε υπεύθυνο τον εαυτό του.
Η αφήγηση του Κωσταντή κρατάει πάνω από τα δύο τρίτα του βιβλίου, για να ακολουθήσουν άλλοι δυο σύντομοι μονόλογοι από άλλα πρόσωπα, που ξεδιαλύνουν πολλά σημεία από τον ταραγμένο μονόλογο του κύριου αφηγητή. Ίσως και να μη χρειάζονταν, ίσως να ήταν καλύτερα ο αναγνώστης να έμενε μ' αυτό το δραματικό μονόλογο μιας διαταραγμένης προσωπικότητας.
Εν τέλει ένα ενδιαφέρον βιβλίο για το οποίο θα μπορούσε να γίνει πολλή συζήτηση, όπως δείχνει και η μόνη αρνητική κριτική που διάβασα, η εκτενής κριτική του γνωστού, εξαιρετικού κριτικού Κούρτοβικ.

Τρίτη, Ιανουαρίου 03, 2017

Μπρούκλιν

Κολμ Τομπίν
Μπρούκλιν
Ίκαρος, 2016
Μετ. Αθηνά Δημητριάδου
Πώς γίνεται ένα ευκολοδιάβαστο κείμενο, μια απλή ιστορία, χωρίς ιδιαίτερη πρωτοτυπία, με εύκολα εικαζόμενο τέλος, να αποβαίνει τόσο ελκυστικό που να μην αφήνεις το βιβλίο από τα χέρια σου και η ατμόσφαιρά του να απασχολεί τη σκέψη σου μέρες μετά; Αυτό μόνο η λογοτεχνική γραφή μπορεί να το εξηγήσει.
Ο τίτλος από μόνος του δελεαστικός, ανασύρει από το βάθος των διαβασμάτων μας το υπέροχο "Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν", που υπήρξε καθοριστικό ανάγνωσμα της νεότητάς μας. Το Μπρούκλιν, η συνοικία των μεταναστών, Ιρλανδών, Ιταλών, Εβραίων, Πολωνών, εγχρώμων, που εκεί γύρω στη δεκαετία του '50 αναζητούσαν, φεύγοντας από τις φτωχές πατρίδες τους, μια καλύτερη ζωή.
Μια τέτοια ηρωίδα είναι το κεντρικό πρόσωπο στο μυθιστόρημα του Τομπίν. Η Έιλις Λέισι, από μια μικρή πόλη της Ιρλανδίας μεταναστεύει στη Νέα Υόρκη. Πίσω μένουν η μητέρα και η αδελφή της, ενώ τα τρία άλλα αδέλφια της δουλεύουν ήδη στην Αγγλία. Με τη βοήθεια του πατρός Φλαντ, του Ιρλανδού ιερέα, του οποίου η παρουσία σε όλο το μυθιστόρημα εμφαίνει τη στενή σχέση των Ιρλανδών με την Εκκλησία, εξασφαλίζει διαμονή σε μια πανσιόν, ιδιοκτησία μιας χήρας Ιρλανδής και δουλειά σ' ένα πολυκατάστημα. Η προσαρμογή στο νέο, διαφορετικό από της μικρής της πόλης περιβάλλον είναι πολύ δύσκολη. Την κατατρώει η νοσταλγία. Σιγά-σιγά αρχίζει να συνηθίζει, παρακολουθεί μάλιστα νυχτερινά μαθήματα λογιστικής για να μπορέσει να εξασφαλίσει καλύτερη δουλειά. Η γνωριμία και ο δεσμός της μ' ένα νεαρό Ιταλό μετανάστη, τον Τόνι, θα αποτελέσει ακόμα ένα βήμα προς τον εγκλιματισμό της στο νέο περιβάλλον.
Ξαφνικά όμως, ένα απροσδόκητο οικογενειακό συμβάν την αναγκάζει να γυρίσει για λίγο στην πατρίδα. Ξαναβρίσκεται στο οικείο περιβάλλον, στη γειτονιά, στους φίλους, στις γνωστές της συνήθειες. Ταυτόχρονα και η μικρή πόλη βλέπει την Έιλις διαφορετικά. Την βλέπει να φέρνει μαζί της έναν άλλο αέρα, έναν αέρα κοσμοπολιτισμού, κάτι που κάνει όλους στο μικρό επαρχιώτικο περιβάλλον να της ζητούν να μείνει στην Ιρλανδία. Της προσφέρεται δουλειά, ένας νεαρός που προηγουμένως την είχε απορρίψει, τώρα ζητά να την παντρευτεί. Η μητέρα της τη θέλει κοντά της. Αλλά ο Τόνι και η άλλη ζωή στην Αμερική την περιμένουν. Τι θα κάνει η Έιλις;
Αυτή είναι η απλή ιστορία του "Μπρούκλιν". Όμως η Έιλις και τα διλήμματά της δεν είναι αυτά που πρωταγωνιστούν, δεν είναι αυτά που κάνουν τόσο αξιανάγνωστο το βιβλίο. Όχι τυχαία, νομίζω, ο συγγραφέας ονόμασε το μυθιστόρημά του "Μπρούκλιν". Μέσα από την προσπάθεια προσαρμογής της Έιλις, μέσα από τα άλλα πρόσωπα που την περιβάλλουν, τη σπιτονοικοκυρά, τις συγκατοίκους, τον ιερέα, τον Τόνι και την οικογένειά του, το εργασιακό περιβάλλον και τη νυχτερινή σχολή απεικονίζεται μια ολόκληρη εποχή. Η Ν. Υόρκη και ειδικά το Μπρούκλιν με τους μετανάστες, τις συνήθειές τους, τα αυστηρά ήθη, τις διαφορές μεταξύ τους, αλλά και τη σταδιακή αφομοίωσή τους και τη βαθμιαία εξέλιξη της γνωστής αυτής συνοικίας. Παράλληλα διαζωγραφίζεται και ο κόσμος της Ιρλανδίας: Η φτώχεια, η προσκόλληση στις συνήθειες, η σχέση με την Εκκλησία, οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί.
Στην εισαγωγή του βιβλίου η Αθηνά Δημητριάδου και ο Άρης Μπερλής προβαίνουν σε μια πολύ ενδιαφέρουσα σύγκριση του "Μπρούκλιν"   και του διηγήματος  "Έβελιν" (από τους "Δουβλινέζους") του Τζαίημς Τζόυς. Υποστηρίζουν ότι "αυτό το διήγημα είναι η πηγή του μυθιστορήματος του Τομπίν, η "ιδέα" της συγγραφής του".
Πολύ ενδιαφέρον και το επίμετρο του βιβλίου, στο οποίο η μεταφράστρια Αθηνά Δημητριάδου περιγράφει το Μπρούκλιν όπως αυτό εμφαίνεται στο "Μπρούκλιν".
Γενικά είναι ένα σύγχρονο, ελκυστικό μυθιστόρημα που μας μεταφέρει την ατμόσφαιρα και το άρωμα μιας περασμένης εποχής. Δικαίως τόσο το βιβλίο όσο και η κινηματογραφική του μεταφορά δέχτηκαν ευνοϊκές κριτικές.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 27, 2016

Το νέο όνομα

Έλενα Φερράντε
Το νέο όνομα
Πατάκης, 2016
Μετ. Δήμητρα Δότση
(ebook)
"Είναι ωραία ιστορία, μια ιστορία του σήμερα πολύ σωστά διαρθρωμένη και γραμμένη εκπληκτικά. Όμως δεν είναι αυτό το θέμα μας: είναι η τρίτη φορά που διαβάζω το βιβλίο σας και σε κάθε σελίδα υπάρχει κάτι δυνατό που δεν μπορώ να καταλάβω από πού προέρχεται".
Η κρίση αυτή δεν αφορά το παρόν βιβλίο. Αφορά το βιβλίο που έγραψε η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια Λένα ή Λενού ή Λενούτσα που οι αναγνώστες της "Τετραλογίας της Νάπολης" γνωρίσαμε από τον πρώτο τόμο, την "Υπέροχη φίλη μου". Είναι λόγια του επιμελητή του εκδοτικού οίκου που θα της εκδώσει το βιβλίο της, λόγια όμως που θα μπορούσαν να λεχθούν και για το βιβλίο της Φερράντε.
Είχα εκφραστεί πολύ θετικά για το πρώτο βιβλίο της τετραλογίας. Αρχίζοντας το δεύτερο προχωρούσα με πολύ κόπο. Ένιωθα να πλήττω, να μη βρίσκω τίποτα που να με κάνει να αδημονώ για τη συνέχεια, να με συγχίζουν και πάλι τα πολλά πρόσωπα και οι μεταξύ τους σχέσεις και συγγένειες. Αυτά μέχρι περίπου τη σ. 150, όπως έγραψα και στο σχόλιό μου στο blog της φιλτάτης Κατερίνας. Και ξαφνικά, σαν κάτι μαγικό να συνέβη, η σπίθα του ενδιαφέροντος άναψε ξανά. Η περιέργεια για την πορεία της ζωής των δυο φιλενάδων, αλλά και η ευχαρίστηση της ανάγνωσης με παρέσυραν και πάλι. Οι δυο φίλες, η Λίλα και η Έλενα, με τις ομοιότητες και τις αντιθέσεις τους, με τη φιλία που κάποτε εκδηλώνεται ως αγάπη, κάποτε ως αντιπαλότητα, που άλλοτε είναι κοντά η μια στην άλλη κι άλλοτε χωρίζουν για μεγάλα διαστήματα, συνεχίζουν τις ζωές τους.
Η φιλία τους ξεκίνησε από την ίδια φτωχογειτονιά της Νάπολης, το Δημοτικό, τα όνειρα να πετύχουν κάτι μεγάλο στη ζωή τους και να γίνουν πλούσιες. Ο πρώτος τόμος τέλειωνε με τη Λίλα να εγκαταλείπει το σχολείο και να παντρεύεται στα δεκαέξι της, ενώ η Λενού ακολουθεί το δρόμο της μόρφωσης φτάνοντας ως το πανεπιστήμιο και τη συγγραφή του πρώτου της βιβλίου. Ανόμοιοι χαρακτήρες. "Εγώ", λέει η Λενού, "έμενα πίσω περιμένοντας. Εκείνη άδραχνε τα πράγματα, τα λαχταρούσε στ' αλήθεια, παθιαζόταν με αυτά, ρίσκαρε, ή όλα ή τίποτα, και δεν φοβόταν την περιφρόνηση, τον περίγελο, το φτύσιμο, το ξύλο".
Ανάμεσα στην εξιστόρηση της ζωής των δυο φιλενάδων, καθώς και της ζωής όλου του κόσμου των φίλων και συγγενών που τις περιβάλλει, ουσιαστικά της ζωής της Νάπολης, ρίχνονται σαν σκόρπιες πινελιές γεγονότα που καθορίζουν χρονικά την ιστορία, τοποθετώντας την στις δεκαετίες '50 και '60. "Ολόκληρος ο πλανήτης απειλείται. Ο πυρηνικός πόλεμος. Η αποικιοκρατία. Η νεοαποικιοκρατία. Οι πιέρ-νουάρ, η ΟΑΣ και το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (...) Ο Φανφάνι στο Λονδίνο, ο Εγγλέζος πρωθυπουργός Μακμίλλαν". Κι αλλού, "Κούβέντα στην κουβέντα πέρασαν στους βομβαρδισμούς στο Βόρειο Βιετνάμ, στις φοιτητικές εξεγέρσεις σε διάφορα πανεπιστήμια, στις χιλιάδες εστίες της αντιιμπεριαλιστικής πάλης στη Λατινική Αμερική και στην Αφρική".
Άρχισα να διαβάζω "Το νέο όνομα" με πολλές επιφυλάξεις αν θα συνέχιζα και στον τρίτο τόμο της τετραλογίας. Τώρα περιμένω την έκδοσή του.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 17, 2016

Η σιωπή της Σεχραζάτ

Δάφνη Σουμάν
Η σιωπή της Σεχραζάτ
Ψυχογιός, 2016
Μετάφραση (από τα Τουρκικά): Θάνος Ζαράγκαλης
"Σε μια γειτονιά που της είχαν δώσει το όνομα "Νέα Σμύρνη", μέσα στα σπίτια, αντί για πόρτα, χρησιμοποιούσαν κουρτίνες, όμως στις αυλές τους τα δέντρα που είχαν φυτέψει σε ντενεκέδες λαδιού είχαν μεγαλώσει. Κάποιοι είχαν φυτέψει σε γλάστρα βασιλικό, άλλοι γαρύφαλα" (...)Παρότι πέρασαν είκοσι και παραπάνω χρόνια από τη Μεγάλη Καταστροφή-έτσι ονομάζουν τις τρομερές ημέρες που έζησαν στη Σμύρνη-, κάποιοι τον ρωτούσαν αν ήξερε πότε θα τους επέτρεπαν να γυρίσουν στα σπίτια τους".
Θεέ μου! Τι ομοιότητα! Νόμιζα πως έβλεπα εικόνες από την Κύπρο, από τη δική μας προσφυγιά, πως άκουα τους δικούς μας πρόσφυγες να εύχονται σε κάθε γιορτή: "Και του χρόνου στα σπίτια μας" . Και πάνε τώρα σαράντα χρόνια...
Η πρώτη μου αντίδραση (ενδόμυχη έστω) όταν φίλη αγαπημένη μου χάριζε αυτό το βιβλίο, ήταν: "Ακόμα ένα βιβλίο για τη Σμύρνη; Πόσα πια να διαβάσουμε;" Κι όμως, κοντεύουν εκατό χρόνια από τότε κι η πληγή ακόμα ματώνει, γιατί η πληγή δεν κλείνει, ανανεώνεται εδώ ή αλλού.
Συγγραφέας του βιβλίου η Τουρκάλα (παντρεμένη με ΄Ελληνα) Δάφνη Σουμάν. Βιβλίο που δεν επετράπη να εκδοθεί στην Τουρκία. Κι ας είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα βιβλίο αντικειμενικό και αμερόληπτο. Άλλωστε η έμφαση (κι αυτή είναι είναι μια σημαντική διαφορά από άλλα βιβλία για τη Σμύρνη) δεν δίνεται στα ιστορικά γεγονότα, παρ' όλο που υπάρχουν βέβαια, ούτε στην απόδοση ευθυνών στη μια ή την άλλη πλευρά, αλλά στον πανέμορφο τόπο, στην πολυπολιτισμική κοινωνία της Σμύρνης, στους ευτυχισμένους κατοίκους. Έλληνες, Τούρκοι, Αρμένιοι, Εβραίοι, Γάλλοι, Άγγλοι ζούσαν αρμονικά, απολαμβάνοντας τον πλούτο, την ομορφιά, τον πολιτισμό του ειδυλλιακού αυτού τόπου. Εξού και πολυπρόσωπο το έργο, με φορείς του μύθου τρεις κυρίως οικογένειες: Μια ελληνική, μια λεβαντίνικη-Γαλλική, μια τουρκική. Τα ιστορικά γεγονότα παρεμβάλλονται και επηρεάζουν τις τύχες των ηρώων. Με σύντομες αναφορές επισημαίνεται η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων, η συγκίνηση και ο ενθουσιασμός όταν ο Ελληνικός στρατός αποβιβάζεται στη Σμύρνη αλλά και οι διχογνωμίες μεταξύ των ντόπιων, η προέλαση προς την Άγκυρα και βεβαίως η μεγάλη καταστροφή.
Όμως ώσπου να φτάσει σ' αυτές τις τραγικές σελίδες, η συγγραφέας μας έχει ταξιδέψει στον ευτυχισμένο παράδεισο που υπήρξε η Σμύρνη. Στα πανέμορφα προάστεια, τον Μπουζά, το Κορδελιό,, τον Μπουρνόβα, με τα πλούσια σπίτια, τις χοροεσπερίδες, τα ονειροπόλα νιάτα που διασκεδάζουν ερωτευμένα σε πανηγύρια κι εκδρομές. Είναι τόσο πειστική η αναπαράσταση αυτής της ευτυχισμένης ζωής που νομίζεις πως βολτάρεις  στην περίφημη προκυμαία Quai ή μπαίνεις στο πολυτελές ξενοδοχείο Kraemer κι άλλοτε πως περπατάς στους δρόμους και τις γειτονιές της Σμύρνης που η συγγραφέας φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά. Ακούς τις ποικίλες γλώσσες, δοκιμάζεις μυρωδιές και γεύσεις.
Το συλλογικό δράμα συμπλέκεται με τα ατομικά δράματα των ηρώων της ιστορίας, ενώ το μυστήριο της σιωπής της Σεχραζάτ, που δεν είχε πάντα αυτό το όνομα, θα αποκαλυφθεί μόνο στις τελευταίες σελίδες. Ένα στοχείο που εντείνει την τραγικότητα του βιβλίου είναι η τεχνική της προοικονομίας, σκέψεις δηλαδή που παρεμβάλλονται στις ευτυχισμένες στιγμές προοιωνίζοντας το μέλλον που εμείς ξέρουμε αλλά που οι ήρωες της ιστορίας αγνοούν. "Ποιος μπορούσε να φανταστεί", γράφει ενώ περιγράφει μια χαρούμενη βαρκάδα "πως μετά από δύο καλοκαίρια τα ίδια νερά θα μετατρέπονταν σε θηρίο και η επιφάνεια της θάλασσας που τώρα λαμπύριζε κάτω από το σεληνόφωτο, θα γινόταν μέσα σε μια νύχτα υγρός τάφος;"
Απολαμβάνεις την ανάγνωση αλλά από την άλλη μελαγχολείς. Όχι μόνο από τις τραγικές σελίδες του τέλους αλλά και γιατί ο Θουκυδίδης επιβεβαιώνεται ακόμα μια φορά: τα ίδια γίνονται και θα γίνονται "έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων η".
 

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 07, 2016

Το γαλάζιο φουστάνι

Ανδρέας Δ. Μαυρογιάννης
Το γαλάζιο φουστάνι
Λιβάνης, 2015
Το βιβλίο του Ανδρέα Μαυρογιάννη υπήρξε για μένα μια αναπάντεχα ευχάριστη έκπληξη. Δεν θυμάμαι να έχω διαβάσει ποτέ ένα τόσο ολιγοσέλιδο (μόλις 50 σελίδες) βιβλίο, που η συντομία του να κοντράρεται τόσο επιτυχώς με τον πλούτο του περιεχομένου. Δεν θα ήταν νομίζω υπερβολή αν του απέδιδα τον προσιδιάζοντα στον ποιητικό λόγο χαρακτηρισμό της "ανέκκλητης συμπύκνωσης". Η εποχή μας με τις αντιφάσεις και τις αντινομίες της, ο κυπριακός κοινωνικός περίγυρος, ο αντίκτυπος της οικονομικής κρίσης, η φιλοσοφική θεώρηση ζωής και θανάτου αποτυπώνονται με υπαινικτικότητα, ενίοτε με μια-δυο λέξεις, συχνά με υποβόσκουσα ειρωνεία ή με τη διακειμενικότητα που διατρέχει το βιβλίο, χωρίς εντούτοις αυτή να γίνεται αλαζονική επίδειξη γνώσεων.
Ο μύθος υποτυπώδης. Όσο για να γίνει το υπόστρωμα πάνω στο οποίο ο συγγραφέας θα αναπτύξει τη φιλοσοφική του θεώρηση των πραγμάτων. Τρία τα βασικά πρόσωπα του έργου. Δύο παρόντα και ένα απόν, αιωνίως πλέον απόν. Ως ένα τέταρτο θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε τον ίδιο τον συγγραφέα που από καιρού εις καιρόν παρεμβάλλεται στην τριτοπρόσωπη αφήγηση απευθυνόμενος στον αναγνώστη. Πρώτο πρόσωπο μια ανώνυμη κυρία με "ώριμη ομορφιά", ανώτερο στέλεχος σε κάποια δημόσια υπηρεσία. Μέσα από τη σύντομη περιγραφή της συνηθισμένης πορείας της από το πρωινό ξύπνημα, την προετοιμασία, ως την άφιξη στο γραφείο, περνάει η ανία της επανάληψης και της συνήθειας, σκέψεις για την ανασφάλεια που δημιούργησαν οι καινούριες συνθήκες με τους μετανάστες και την ξενοφοβία, η επιδειξιομανία της κυπριακής κοινωνίας, καταδικαστέα ίσως μόνο από όσους αδυνατούν να γίνουν μέρος της, η ανερμάτιστη νεολαία, ο ξύλινος πολιτικός λόγος στο ραδιόφωνο.
Δεύτερο πρόσωπο η κυρία Μαρία, "βοηθός ωρομίσθιος γραφέας". Η "επιτηδευμένη συγκατάβαση" με την οποία η ανώτερη ετοιμάζεται να απευθυνθεί στην κατώτερη υπάλληλο ακυρώνεται στο άκουσμα της πληροφορίας ότι ο γιος της κυρίας Μαρίας "έφυγε" ξαφνικά, ανεξήγητα, χωρίς ν' αφήσει τίποτα σαν δικαιολογία, σαν θυμητάρι έστω στη μάνα, παρά μόνο "μια μικρή κόκκινη ρωγμή στο στήθος". Ανεξήγητα; Υγιέστατος, εμφανίσιμος, μορφωμένος άλλα άνεργος, τρεις φορές απολυμένος, που παρ' όλη την επιτυχία του σε σχετικές εξετάσεις "δεν κατέστη δυνατό να επιλεγεί". Η κυρία του γραφείου θυμάται. Ήταν ο ίδιος νέος που λίγες μέρες πριν, σε μια τυχαία συνάντησή τους της είχε κάνει ένα κολακευτικό κομπλιμέντο για το φούξια ταγέρ της. Μήπως, αναλογίζεται τώρα η ώριμη κυρία, το ανεπιτήδευτο, αυθόρμητο κομπλιμέντο ήταν μια μεταμφιεσμένη κραυγή αγωνίας και απόγνωσης;
Καθώς ο χώρος του γραφείου γεμίζει από τη σκέψη του νέου παλικαριού, ενός ακόμα θύματος της οικονομικής κρίσης, πλημμυρίζει ταυτόχρονα από τη ζωή και τον θάνατο. Με ανυπέρβλητη, εξαιρετική πυκνότητα, οι τελευταίες σελίδες γίνονται ένα δοκίμιο φιλοσοφικής θεώρησης του θανάτου. Για να ακολουθήσει ο επίλογος που σαν για ν' αλαφρύνει τη βαριά ατμόσφαιρα που μόλις είχε προηγηθεί, ο συγγραφέας κλείνοντάς μας πονηρά το μάτι, δίνει μια ειρωνική ερμηνεία για τον τίτλο, αφού γαλάζιο φουστάνι δεν είχε κάνει ως τώρα πουθενά την εμφάνισή του.
Εντυπωσιάζει ο πλούτος της διακειμενικότητας, εξικνούμενης από τον Ηρόδοτο και τους Προσωκρατικούς ως τον Σεντ Εξιπερί και την Ανν Φιλίπ, ξαφνιάζουν ευχάριστα οι μουσικοί ήχοι που αντιλαλούν στο βιβλίο, από χέβι μέταλ ως τον Ξυλούρη και τον Θοδωράκη. Κι ανάμεσα βρίσκει χώρο για τις μάνες των αγνοουμένων της Κύπρου ή για την ανάμνηση τριών μικρών εντελβάις από το Μπούρκεστοκ (αδιόρατος υπαινιγμός άραγε για τον πολιτικό του ρόλο;).
Την πυκνότητα του λόγου ενισχύει η γλωσσική έκφραση. Λέξεις της καθαρεύουσας, εξορισμένες από το κοινότυπο, καθημερινό μας λεξιλόγιο, φαντάζουν σαν καινούριες. Η χρήση της μετοχής, δρώντας ενίοτε υποδορίως ειρωνικά, πυκνώνει ακόμα περισσότερο τη διατύπωση.
Εν τέλει μια απολαυστική ανάγνωση. Βιβλίο που το τελειώνεις και θέλεις να το ξαναρχίσεις, να ξαναζήσεις όλη την κρυμμένη γοητεία του, να προβληματιστείς όχι μόνο πάνω στο εφήμερο που μας περιβάλλει αλλά και στο αιώνιο που επιζητούμε.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 25, 2016

Οι άνεμοι του χρόνου

Ελένη Κ. Τσαμαδού
Οι άνεμοι του χρόνου
Ψυχογιός, 2016


Οι άνεμοι του χρόνου…  Για μια βδομάδα με άρπαξαν, με στριφογύρισαν, με πέταξαν μακριά, σ’ ένα παρελθόν που δεν έζησα κι όμως ένιωσα σαν να το είχα ζήσει. Το 1400 φαινόταν τόσο κοντινό, οι Φράγκοι, οι Παλαιολόγοι, τα κάστρα στην Πελοπόννησο, τα σκλαβοπάζαρα, οι πειρατές, ο Μυστράς, η πρωτόγονη ιατρική, οι έρωτες, τα νόθα παιδιά, οι πόλεμοι…και πάνω απ’ όλα ο ρόγχος του θανάτου και τελικά ο θάνατος της Βασιλεύουσας. Ποιος μπορεί να πει, πηγαίνοντας γενιές προς τα πίσω, πως δεν κατάγεται από κάποιο από τα πρόσωπα εκείνα τα τόσο μακρινά; Ποιος μπορεί να ξέρει πως  ένας σύγχρονος δικηγόρος, ο Κωνσταντίνος Χρυσοβέργης, δεν έχει τις ρίζες του σε κάποιο Βυζαντινό συνονόματο; Μα η συγγραφέας πάει ένα βήμα πιο πέρα. Στηριζόμενη στην κβαντική θεωρία παίζει με το χρόνο. Η ηρωίδα της, η Αγνή, Χάνα ή Ανέζα γίνεται ένα πρόσωπο του παρόντος, ένα πρόσωπο που τώρα, το 1999, ψάχνει να βρει τη χαμένη στην Άλωση κόρη της.
Βρισκόμαστε στις αρχές του 15ου αι. στην Πελοπόννησο. Καιροί δύσκολοι κι επικίνδυνοι. Ληστές, πειρατές, πόλεμοι με τους Φράγκους, τους Γραικούς, τους Τούρκους που ολοένα εξαπλώνονται απειλώντας τη χώρα με ολοκληρωτική κατάληψη. Οι Παλαιολόγοι, αφέντες ακόμα για λίγα χρόνια, σε διαμάχη μεταξύ τους. Σ' αυτούς τους ταραγμένους καιρούς γεννιέται ένα κοριτσάκι, η Ανέζα, εξώγαμο παιδί του τελευταίου Φράγκου πρίγκιπα της Αχαΐας, του Κεντυρίωνα Ασάν Ζαχαρία και της ερωμένης του, της Ελληνίδας Ειρήνης. Ο πρόωρος θάνατος της μάνας της θα οδηγήσει τα βήματα της μικρής Ανέζας κοντά σε μια "μάγισσα", μια ασυνήθιστη γυναίκα, τη Μερόπη, που αν και ζούσε σε εποχή βαθύτατης χριστιανικής λατρείας που έφτανε στα όρια της θρησκοληψίας, εξακολουθούσε να πιστεύει στους αρχαίους θεούς. Ιέρεια του Πάνα, συλλέκτρια βοτάνων και θεραπεύτρια, δίδαξε τη νεαρή Ανέζα όσα ήξερε από την τέχνη της ιατρικής, τέχνη που θα αποδειχτεί χρησιμότατη σ' όλη την περιπετειώδη ζωή της Ανέζας.
Κάποτε ο Θεός ή το Πεπρωμένο ("ή μήπως Θεός και πεπρωμένο είναι μία και μοναδική δύναμη;" θα αναρωτηθεί η συγγραφέας) έφερε την Ανέζα κοντά στον πληγωμένο Αλέξιο Χρυσοβέργη, στενό φίλο του τελευταίου αυτοκράτορα, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Του γιατρεύει την πληγή, αλλά και οι δυο πληγώνονται από τα βέλη του έρωτα. Μακροχρόνιοι χωρισμοί και επανασυνδέσεις του Αλέξιου (παντρεμένου ήδη με άλλη) και της Ανέζας, θα καταλήξουν χρόνια μετά και αφού θα έχουν αποκτήσει δυο παιδιά, στην πολιορκημένη Πόλη και στην Άλωση.
Δεν είναι καθόλου εύκολο να περιγραφούν οι περιπέτειες ζωής της Ανέζας μέσα από τις οποίες διαγράφονται και τα ιστορικά γεγονότα της εποχής. Ούτε είναι εφικτό να αναφερθούν οι δεκάδες χαρακτήρες του μυθιστορήματος, οι πλείστοι των οποίων ιστορικά πρόσωπα, που ζωντανεύουν με τη συγγραφική τέχνη της Τσαμαδού. Θα σταθώ μόνο σε δυο ιστορικές μορφές που η συγγραφέας φαίνεται πολύ να μελέτησε και πολύ να αγάπησε. Είναι ο Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθων και ο Βησσαρίωνας, και οι δυο παρεξηγημένες και αμφισβητούμενες στην εποχή τους προσωπικότητες.
Η διδασκαλία του Πλήθωνος, η ενασχόλησή του με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, η διδασκαλία του στον Μυστρά, όπου τον συνάντησε η Ανέζα, δημιουργούσε αντιδράσεις μεταξύ εκείνων που ταύτιζαν τους Έλληνες με τους Εθνικούς, δηλ. τους ειδωλολάτρες. Κι ας αγωνιζόταν ο Πλήθων να πείσει ότι "Εσμέν γαρ Έλληνες το γένος, ως η τε φωνή και η πάτρεια παιδεία μαρτυρεί", εξηγώντας πως δεν  ήταν η λατρεία στους παλαιούς θεούς που έκανε κάποιον Έλληνα, αλλά το ήθος, η γλώσσα, η παιδεία έδιναν αυτή την ιδιότητα.
Ακόμα πιο αμφισβητούμενη προσωπικότητα υπήρξε ο Βησσαρίων. Ιερωμένος, εμβριθής μελετητής, "ποντικός των βιβλιοθηκών", όπως χαρακτηρίζεται, ικανότατος ρήτορας, πίστεψε στην ένωση των Εκκλησιών και αγωνίστηκε γι' αυτήν. Πήρε ενεργό μέρος στη Σύνοδο της Φερράρας (1438) πιστεύοντας πως με την Ένωση οι Δυτικοί θα έσπευδαν σε βοήθεια της ψυχορραγούσας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οποία διάψευση!
Διαβάζοντας όλο το παρασκήνιο και τα γεγονότα της Συνόδου δεν μπορούσα να μη τα συνδέσω με όσα συμβαίνουν στη μικρή, ιδιαίτερή μου πατρίδα. Σύνοδοι, συσκέψεις, αντιπαραθέσεις, ελπίδες που διαψεύδονται. Πόση εντύπωση προκαλεί ακόμα και η συζήτηση για τον τόπο της Συνόδου! Και τότε, όπως και τώρα! Προτάθηκε αρχικά η Ελβετία (ναι, τότε, το 1438!), για κάποιους λόγους όμως προτιμήθηκε τελικά η Φερράρα τηςΙταλίας.
Η τυπική έστω Ένωση επιτυγχάνεται. Αλλά ο αντίκτυπος στην Κωνσταντινούπολη ήταν τρομερός. Ενωτικοί και ανθενωτικοί αντιμάχονταν οι μεν τους δε με πάθος. Και ο Τούρκος να περιμένει...
Το βιβλίο της Τσαμαδού μοιάζει με μελωδία που προχωρεί σε κρεσέντο. Τα συναισθήματα βαθμηδόν εντείνονται, η συγκίνηση προχωρεί προς την κορύφωση. Η περιγραφή της Αγίας Σοφίας (όπου η ηρωίδα φτάνει με την κόρη της) προκαλεί ανάμικτα συναισθήματα θαυμασμού και οίκτου. Ο Μωάμεθ, οι χιλιάδες των Τούρκων πλησιάζουν. Ο κλοιός στενεύει. Η τελευταία λειτουργία, Δευτέρα, 28 Μαΐου, κορυφώνει το δράμα και τη συγκίνηση. Όσες φορές κι αν διαβάσουμε για  τούτες τις ύστατες ώρες, όσες φορές κι αν ξαναψιθυρίσουμε την περήφνανη άρνηση του τελευταίου αυτοκράτορα στην πρόταση του Μωάμεθ να παραδώσει την Πόλη και να σωθεί ("το την Πόλιν σοι δούναι ούτ' εμόν εστι ούτ' άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών"), δεν μπορούμε να μη νιώσουμε τα μάτια μας να υγραίνονται.
Η κβαντική θεωρία στην οποία η συγγραφέας στηρίζει τη δομή του έργου της αφήνει ένα ερώτημα να αιωρείται: Θα μπορούσαμε άραγε να γυρίσουμε πίσω τον χρόνο και ν' αλλάξουμε τον ρουν της Ιστορίας; Ποιος ξέρει...